Ν. 2664/1998 – ΕθΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

by pansekt
Το παρακάτω κείμενο διατάξεων αποτελεί το αρχικό κείμενο των διατάξεων, όπως ήταν δημοσιευμένες στο Φ.Ε.Κ., οι οποίες έχουν τροποποιηθεί με μεταγενέστερες διατάξεις

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ΑΡΙΘ. 2664/1998
 ΦΕΚ 275/Α/3-12-1998
Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Γενικές διατάξεις

Άρθρο 1
Ορισμός, φορέας τήρησης, σκοπός και έκταση εφαρμογής του Εθνικού Κτηματολογίου

1.Το Εθνικό Κτηματολόγιο αποτελεί σύστημα οργανωμένων οε κτηματοκεντρική βάση νομικών, τεχνικών και άλλων πρόσθετων πληροφοριών για όλα τα ακίνητα της επικράτειας, το οποίο διέπεται από τις αναγραφόμενες στο άρθρο 2 αρχές. Ο Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος συντάσσει και τηρεί το Εθνικό Κτηματολόγιο. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος. Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, ύστερα από πρόταση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, μπορεί να ανατίθεται η σύνταξη του Εθνικού Κτηματολογίου στην ανώνυμη εταιρεία Κτηματολόγιο Ανώνυμη Εταιρεία’, η οποία έχει ιδρυθεί με την υπ αριθμ. 81706/6085/6.10.1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Περιβάλλοντος. Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων (ΦΕΚ 872 Β719.10.1995). Στην απόφαση αυτή προσδιορίζεται επακριβώς το ανατιθέμενο έργο και ό,τι αφορά στην εκτέλεσή του.

2.Στο Κτηματολόγιο καταχωρίζονται νομικές και τεχνικές πληροφορίες που αποσκοπούν στον ακριβή καθορισμό των ορίων των ακινήτων και στη δημοσιότητα των εγγραπτέων στα κτηματολογικά βιβλία δικαιωμάτων και βαρών, με τρόπο που διασφαλίζει τη δημόσια πίστη, προστατεύοντας κάθε καλόπιστο συναλλασσόμενο που στηρίζεται στις κτηματολογικές εγγραφές. Καταχωρίζονται επίσης πρόσθετες πληροφορίες, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο γ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 11,που αποτελούν μέσο για την επιδίωξη ιδίως σκοπών ορθολογικής οργάνωσης και ανάπτυξης της Χώρας. Για το σκοπό αυτόν οι αρμόδιες διοικητικές και δικαστικές αρχές κοινοποιούν αμελλητί στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο κάθε κανονιστική ή ατομική διοικητική πράξη, καθώς και κάθε δικαστική απόφαση που ορίζει ή επιφέρει μεταβολή ιδίως στις χρήσεις γης και στους όρους και περιορισμούς δόμησης των ακινήτων, ανεξαρτήτως ιιλλης μορφής δημοσιότητας που προβλέπουν οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. Η μη κοινοποίησή τους στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο δεν παρακωλύει την επέλευση των έννομων αποτελεσμάτων τους.

3. Από την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου οε καθεμία από τις κατά το ν. 2308/1995 κτηματογραφούμενες περιοχές αντικαθίσταται το υφιστάμενο έως τότε στις περιοχές αυτές σύστημα μεταγραφών και υποθηκών. Η ημερομηνία έναρξης ισχύος του ορίζεται για καθεμία από τις κτηματσγραφούμενες περιοχές με απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογροφήσεων Ελλάδος, αμέσως μετά την ολοκλήρωση των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικό βιβλία και την τήρηση των προβλεπόμενου στη διάταξη αυτή διατυπώσεων. Η απόφαση αυτή του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, στην οποία ορίζονται και τα όρια της υπαγόμενης στο Κτηματολόγιο περιοχής, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και κοινοποιείται στο Δημόσιο, κατά τις κείμενες διατάξεις για τις προς αυτό κοινοποιήσεις, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης α’ και β βαθμού, στον Υποθηκοφύλακα της περιοχής, στο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο της περιοχής και στο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο Εφετείων Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου.

Άρθρο 2
Αρχές του Κτηματολογίου

Το Κτηματολόγιο διέπεται από τις ακόλουθες αρχές.
1)την αρχή της κτηματοκεντρικής οργάνωσης των κτηματολογικών πληροφοριών, η οποία απαιτεί τη σύνταξη, τήρηση και διαρκή ενημέρωση κτηματολογικών διαγραμμάτων,
2)την αρχή του ελέγχου της νομιμότητας των τίτλων και λοιπών αναγκαίων στοιχείων για την αποδοχή της αίτησης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία,
3)την αρχή της διασφάλισης της τάξης των κτηματολογικών εγγραφών, ανάλογα με το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης (αρχή της χρονικής προτεραιότητας),
4)την αρχή της δημοσιότητας των κτηματολογικών βιβλίων,
5)την αρχή της διασφάλισης της δημόσιας πίστης, ώστε να προστατεύεται κάθε καλόπιστος συναλλασσόμενος που στηρίζεται στις κτηματολογικές εγγραφές και
6)την αρχή της καταλληλότητας του Κτηματολογίου ως συστήματος δεκτικού καταχώρισης και πρόσθετων κατηγοριών πληροφοριών σε οποιονδήποτε χρόνο στο μέλλον (αρχή του ανοικτού Κτηματολογίου).

Άρθρο 3
Κτηματολογικά Γραφεία Κτηματολογικά στοιχεία

1.α) Η τήρηση των κτηματολογικών στοιχείων γίνεται από τα Κτηματολογικά Γραφεία, που ανήκουν στον Οργανισμό Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος. Με την επιφύλαξη των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 23, προΐσταται των Κτηματολογικών Γραφείων πτυχιούχος Τμήματος Νομικής Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, με πενταετή τουλάχιστον επαγγελματική εμπειρία, που διορίζεται ύστερα από προκήρυξη της θέσης με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, ύστερα από πρόταση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος και πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων, ορίζονται τα ειδικότερα προσόντα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία διορισμού των Προϊσταμένων των Κτηματολογικών Γραφείων. Οι Προϊστάμενοι των Κτηματολογικών Γραφείων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Ο Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος έχει την ευθύνη για την οργάνωση, διάρθρωση, στελέχωση και οικονομική στήριξη της λειτουργίας των Κτηματολογικών Γ ραφείων. Γ ια τον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου και για το λοιπό προσωπικό, το οποίο, υπό τις προϋποθέσεις του εδαφίου α’ της παραγράφου 3 του άρθρου 103 του Συντάγματος, μπορεί να προσλαμβάνεται και με σχέση ιδιωτικού δικαίου, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 16, 21 έως 30 και 35 έως 38 του κανονιστικού διατάγματος της 19/23.7.1941 “Περί Οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους”. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος και πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων, συνιστώνται οι αναγκαίες θέσεις προσωπικού, καθορίζονται τα προσόντα για την πρόσληψη στις θέσεις αυτές και ρυθμίζεται κάθε άλλο ζήτημα που αφορά στη λειτουργία, στην οργάνωση και στη στελέχωση των Κτηματολογικών Γραφείων, τα οποία πρέπει να διαθέτουν κατ ελάχιστον νομική και τεχνική υπηρεσία.
β) Με προεδρικά διατάγματα, ύστερα από εισήγηση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος και πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων, μπορεί να ανατίθενται σε πρωτοβάθμιους’ οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης οι κατά την παράγραφο 1 περίπτωση ιγ’, του άρθρου 41 του ν. 2218/1994 αρμοδιότητες τήρησης κτηματολογικών στοιχείων. Οι προϋποθέσεις και οι όροι της ανάθεσης ορίζονται με κανονιστικού περιεχομένου προεδρικό διάταγμα, ύστερα από εισήγηση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος και πρόταση των ίδιων παραπάνω Υπουργών.

2.Τα τηρούμενα από τα Κτηματολογικά Γραφεία στοιχεία είναι τα ακόλουθα:
α) Τα κτηματολογικά διαγράμματα για όλη την κτηματογραφημένη περιοχή που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του οικείου Γραφείου Κτηματολογίου.
β) Οι κτηματολογικοί πίνακες για τα ακίνητα που περιλαμβάνονται στα κτηματολογικά διαγράμματα. Το περιεχόμενο των κτηματολογικών πινάκων αποτελεί περιεχόμενο και των πρώτων εγγραφών στα φύλλα του κτηματολογικού βιβλίου, που τηρείται στο οικείο Γ ραφείο Κτηματολογίου.
γ) Το κτηματολογικά βιβλίο, στο οποίο αφορούν όι ρυθμίσεις του τρίτου κεφαλαίου αυτού του νόμου.
δ) Το ημερολόγιο, στο οποίο καταχωρίζονται, κατά τη σειρά της υποβολής τους, όλες οι αιτήσεις εγγραφής στο κτηματολογικά βιβλίο, ώστε να διασφαλίζεται η κατά την παράγραφο 1 περίπτωση γ’ του άρθρου 2, αρχή της χρονικής προτεραιότητας.
ε) Το αλφαβητικό ευρετήριο των δικαιούχων των δικαιωμάτων που έχουν εγγράφει στο κτηματολογικά βιβλίο.
στ) Το αρχείο τίτλων, διαγραμμάτων και λοιπών δικαιολογητικών που υποβάλλονται με τις αιτήσεις εγγραφής στο κτηματολογικά βιβλίο. Τα θέματα της συγκρότησης και τήρησης του αρχείου αυτού ρυθμίζονται με απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

3.Εκτός από τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο στοιχεία, το οικείο Γραφείο Κτηματολογίου φυλάσσει όλα τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά το στάδιο της κτηματογράφησης, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο οριστεί ότι θα τηρείται με τη μορφή αρχείων, όπως του αρχείου κτισμάτων, ή κατ’ άλλον τρόπο, ύστερα από απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 4
Αντικείμενο των κτηματολογικών εγγραφών Δαπάνη εγγραφής

1.Αντικείμενο των κτηματολογικών εγγραφών είναι τα εγγραπτέα δικαιώματα που αφορούν ακίνητα κατά την έννοια του άρθρου 948 του Αστικού Κώδικα και κάθε άλλο αυτοτελές, συνδεόμενο με το έδαφος, ιδιοκτησιακό αντικείμενο Κάθε ακίνητο απεικονίζεται στα κτηματολογικά διαγράμματα και εμφαίνεται με τον αποκλειστικό γι’ αυτό Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου, ως τμήμα εδάφους, μαζί με τα συστατικά Του μέρη, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα αυτού ως δασικού, αγροτικού ή αστικού, οικοδομημένου ή μη, με ή χωρίς εφαρμογή του συστήματος οριζόντιων ή κάθετων αυτοτελών ιδιοκτησιών, δημόσιου ή ιδιωτικού, ανεξαρτήτως της εξυπηρέτησης με αυΊό της ιδιωτικής ή της κοινής χρήσης ή της κοινής ωφέλειας.

2.Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, μετά από πρόταση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, καθορίζονται τα υπέρ του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος ανταποδοτικά τέλη και τα λοιπά υπέρ του Δημοσίου και τρίτων δικαιώματα για τις κτηματολογικές εγγραφές σε ύψος και με τρόπο αντίστοιχο προς αυτόν που προβλέπει η εκάστοτε κείμενη νομοθεσία για τις αντίστοιχες εγγραφές στα βιβλία που τηρούνται στα Υποθηκοφυλακεία. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ο τρόπος απόδοσης των δικαιωμάτων αυτών. Εξαιρούνται από τη ρύθμιση αυτή και γίνονται ατελώς οι κτηματολογικές εγγραφές για εγγραπτέα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου.

Άρθρο 5
Τοπική αρμοδιότητα των Κτηματολογικών Γραφείων

1.Κάθε Κτηματολογικά Γραφείο είναι τοπικά αρμόδιο για τις κτηματολογικές εγγραφές που αφορούν σε ακίνητα της περιοχής του. Η περιοχή αυτή ορίζεται με την κοινή υπουργική απόφαση που προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου 13 του ν. 2308/1995. Με κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών είναι δυνατή και η μεταβολή των ορίων της τοπικής αρμοδιότητας Κτηματολογικού Γραφείου.

2.Αν ορισμένο ακίνητο υπάγεται στην τοπική αρμοδιότητα περισσοτέρων του ενός Κτηματολογικών Γραφείων, οι σχετικές με αυτό κτηματολογικές εγγραφές γίνονται σε όλα τα Κτηματολογικά Γραφεία, με τη σημείωση ότι τμήμα του ακινήτου εμπίπτει στην τοπική αρμοδιότητα και άλλου Κτηματολογικού Γραφείου. Το μέγεθος και ο τρόπος καταβολής της δαπάνης εγγραφής σε αυτήν την κατηγορία περιπτώσεων ρυθμίζονται με την απόφαση της παραγράφου 4 του άρθρου 4.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Οι πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία

Άρθρο 6
Πρώτες εγγραφές Προθεσμία αμφισβήτησης

1.Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικά βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικσύς πίνακες, σύμφωνα με την παράγραφο 2 περίπτωση β’ του άρθρου 3. Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, υπόκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου.

2.Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του αρμόδιου καθ’ ύλην και κατά τόπον Πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών, εκτός αν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ή εργαζόμενους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της πενταετούς αυτής προθεσμίας, για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι επτά (7) ετών. Για πρόσωπα των δύο τελευταίων κατηγοριών, που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα κατά την τελευταία διετία της πενταετούς κατά τα ως άνω προθεσμίας, η προθεσμία για την άσκηση της αγωγής δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο διετίας από την οριστική εγκατάστασή τους στην Ελλάδα. Η αποκλειστική προθεσμία αυτής της παραγράφου αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, της απόφασης του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, που προβλέπει το άρθρο 1 παράγραφος 3. Η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών του διαδόχων και κοινοποιείται, με ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως, στον Προϊστάμενο του οικείου Κτηματολογικού Γ ραφείου. Σε περίπτωση ειδικής διαδοχής στο δικαίωμα στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή, η αγωγή πρέπει να στραφεί τόσο κατά του φερόμενου με την πρώτη εγγραφή ως δικαιούχου ή των καθολικών του διαδόχων όσο και κατά του ειδικού διαδόχου ή των περισσότερων διαδοχικών ειδικών διαδόχων αυτού. Επί αγωγών που ασκούνται ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου τηρείται από αυτό, η διαδικασία του άρθρου 270 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

3. Η αγωγή της παραγράφου 2, όταν αφορά σε ακίνητο ‘άγνωστου ιδιοκτήτη” κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9, απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.

Άρθρο 7
Οριστικοποίηση των πρώτων εγγραφών και έννομα αποτελέσματα αυτής

1. Οι πρώτες εγγραφές, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η ακρίβεια ενώπιον των δικαστηρίών μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 6, καθίστανται οριστικές και παράγουν αμάχητο τεκμήριο υπέρ των φερόμενων με τις πρώτες αυτές εγγραφές ως δικαιούχων για τα δικαιώματα στα οποία αυτές αφορούν.

2. Από τη δημιουργία του κατά την προηγούμενη παράγραφο αμάχητου τεκμηρίου αποκλείεται οποιοδήποτε μεταβολή του περιεχομένου των πρώτων εγγραφών. Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής ο πραγματικός δικαιούχος έχει ενοχική μόνον αξίωση κατά του αναγραφόμενου ανακριβώς ως δικαιούχου για την απόδοση του πλουτισμού από τη δημιουργία του αμάχητου τεκμηρίου. Αντικείμενο της αξίωσης αυτής είναι η κατά το χρόνο της δημιουργίας του αμάχητου τεκμηρίου χρηματική αξία του ακινήτου στο οποίο αφορά (ολικά ή μερικά) η ανακριβής εγγραφή. Δεν αποκλείεται επίσης αξίωση αποζημίωσης, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ευθύνης από αδικοπραξία. Απόδοση αυτουσίως είτε του όλου είτε μέρους του ακινήτου στο οποίο αφορά η ανακριβής πρώτη εγγραφή, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς επίσης αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης κατά το άρθρο 297 του Αστικού Κώδικα σε περίπτωση αξίωσης αποζημίωσης είναι δυνατή, ύστερα από σχετικό αίτημα του δικαιούχου, μόνον όταν για το ακίνητο στο οποίο αφορά η ανακριβής εγγραφή δεν έχει ήδη χωρίσει ειδική διαδοχή από επαχθή αιτία και εγγραφή αυτής στο κτηματολογικό βιβλίο. Η εκπλήρωση τυχόν υποχρέωσης αυτούσιας απόδοσης γίνεται με σύμβαση μεταξύ υποχρέου και δικαιούχου και εγγραφή αυτής στο κτηματολογικό βιβλίο, που δεν συνιστά διόρθωση της αρχικής εγγραφής αλλά επιγενόμενη εγγραφή, κατά την έννοια των άρθρων 12 και 13 του παρόντος νόμου. Η σύμβαση αυτή και η εγγραφή της στο κτηματολογικό βιβλίο δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε φόρο ή τέλος. Η δαπάνη για τα δικαιώματα του συμβολαιογράφου βαρύνει τον υπόχρεο σε απόδοση.

3.Οι πρώτες εγγραφές των οποίων αμφισβητήθηκε με αγωγή η ακρίβεια μέσα στην κατά το άρθρο 6 παρ.2 προθεσμία, οριστικοποιούνται μόλις καταστεί αμετάκλητη η δικαστική απόφαση που απορρίπτει την αγωγή. Αν, αντίθετα, η απόφαση που κατέστη αμετάκλητη δέχεται ολικά ή μερικά την αγωγή, διορθώνεται η αρχική εγγραφή σύμφωνα με το διατακτικό της αμετάκλητης απόφασης. Η διορθωμένη αυτή εγγραφή είναι οριστική, ‘κατά την έννοια της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου, και παράγει το προβλεπόμενο στην παράγραφο αυτή αμάχητο τεκμήριο. Οι διατάξεις των άρθρων 255 έως 263 και 270 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται αναλόγως και για την προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 6 αυτού του νόμου.

4. Όποιος με πρόθεση προκαλεί με οποιονδήποτε τρόπο ανακριβή εγγραφή στα κτηματολογικό βιβλία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

Άρθρο 8
Μεταγενέστερες εγγραφές έως την οριστικοποίηση της πρώτης εγγραφής

Μεταγενέστερες εγγραφές, που καταχωρίζονται στο κτηματολογικό βιβλίο έως την κατά το προηγούμενο άρθρο οριστικοποίηση της πρώτης εγγραφής, δημιουργούν το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 13. Το μαχητό αυτό τεκμήριο δεν αντιτάσσεται κατ’ εκείνου που αμφισβήτησε την ακρίβεια της πρώτης εγγραφής ενώπιον των δικαστηρίων μέσα στην προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 του άρθρου 6 προθεσμία και πέτυχε την έκδοση υπέρ αυτού αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, εκτός αν πρόκειται για εγγραφή που αφορά σε πρωτότυπη κτήση, αντιτασσόμενη κατά τις ισχύουσες γΓ αυτήν διατάξεις και έναντι αυτού.

Άρθρο 9
Περιερχόμενα στο Δημόσιο ακίνητα με την οριστικοποίηση των πρώτων εγγραφών

1. Ακίνητα που δεν έχουν εγγράφει ως ανήκοντα σε ορισμένο πρόσωπο και φέρονται στα κτηματολογικό βιβλία και στα λοιπά στοιχεία του Κτηματολογίου ως ακίνητα “άγνωστου ιδιοκτήτη’ θεωρείται ότι ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου μόλις καταστεί οριστική η πρώτη εγγραφή. Στην περίπτωση αυτή δημιουργείται υπέρ του Δημοσίου το κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 7 αμάχητο τεκμήριο και ισχύουν όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου.

2. Τα αρμόδια Κτηματολογικό Γραφεία μεριμνούν για τη σημείωση στα κτήματολογικά βιβλία της προβλεπόμενης στην προηγούμενη παράγραφο έννομης συνέπειας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Περιεχόμενο του κτηματολογικού βιβλίου και έννομα αποτελέσματα των κτηματολογικών εγγραφών

Άρθρο 10
Κτηματολογικό βιβλίο

1. Το κτηματολογικό βιβλίο συντίθεται από τα κτηματολογικά φύλλα, στα οποία καταχωρίζονται ηλεκτρονικώς ή και εντύπως οι κτηματολσγικές εγγραφές που προβλέπουν τα άρθρα 11 και 12.

2. Με απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζονται ζητήματα τεχνικού και λεπτομερειακού χαρακτήρα, που αφορούν στη διαμόρφωση και τήρηση του κτηματολογικού βιβλίου. Η διαμόρφωση και τήρηση αυτή, στην ηλεκτρονική της μορφή, περιλαμβάνει τη συγκρότηση, οργάνωση και ασφαλή λειτουργία των απαιτούμενων βάσεων δεδομένων και των αναγκαίων δικτύων επικοινωνίας.

Άρθρο 11
Κτηματολογικό φύλλα

1. Σε κάθε ακίνητο και κάθε άλλο αυτοτελές ιδιοκτησιακό αντικείμενο αντιστοιχεί ένα κτηματολογικό φύλλο. Στο κτηματολογικό φύλλο, το οποίο φέρει σε εμφανές σημείο το Κτηματολογικό Γραφείο στο οποίο τηρείται το φύλλο, καταχωρίζονται όλες οι κτηματολογικές εγγραφές που αφορούν το ιδιοκτησιακό αντικείμενο. Στο κτηματολογικό φύλλο που αντιστοιχεί σε κοινό ακίνητο αναγράφεται και το ιδανικό μερίδιο κάθε κοινωνού.

2. Αν δεν επαρκεί το φύλλο για την καταχώριση νέων εγγραφών, αυτές καταχωρίζονται σε άλλο φύλλο, ύστερα από σημείωση της σχετικής μεταφοράς τόσο στο αρχικό όσο και στο νέο φύλλο.

3. Αν μεταβληθεί το ακίνητο, είτε λόγω συνενώσεως περισσότερων ακινήτων είτε λόγω διανομής είτε λόγω κατατμήσεως από άποιαδήποτε άλλη αιτία, ιδίως από αναγκαστική απαλλοτρίωση μέρους αυτού, το νέο ή τα νέα, κατά περίπτωση, ακίνητα που δημιουργούνται απεικονίζονται στα κτηματολογικό διαγρήμματα, κατά τροποποίηση των αρχικών διαγραμμάτων και καταχωρίζονται σε νέα κτηματολογικό φύλλα με νέο Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου, ύστερα από σχετική σημείωση τόσο στο αρχικό όσο και στο νέο φύλλο. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση σύστασης ή τροποποίησης οριζόντιων ή κάθετων ιδιοκτησιών, οπότε καθεμία από τις δημιουργουμενες οριζόντιες ή κάθετες ιδιοκτησίες αναγράφεται σε χωριστό κτηματολογικό φύλλο.

4. Τα ελάχιστα στοιχεία που πρέπει να καταχωρίζονται στα κτηματολογικό φύλλα είναι τα ακόλουθα:
α) Τα στοιχεία που προσδιορίζουν το ακίνητο και οποιοδήποτε άλλο ιδιοκτησιακό αντικείμενο. Για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του ακινήτου πρέπει να προκύπτει από το φύλλο ο συσχετισμός του ακινήτου με την απεικόνισή του στα κτηματολογικά διαγράμματα, η θέση του ακινήτου, το εμβαδόν του και η πραγματική του χρήση. Σε περίπτωση συγκυριότητας αναγράφεται και το ιδανικό μερίδιο καθενός από τους συγκυρίους. Σε περίπτωση οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, αναγράφεται α το φύλλο, στο οποίο εμφαίνεται καθεμία οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία, το ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και των λοιπών κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων που αντιστοιχεί σε αυτήν, περιγράφεται η ειδικότερη θέση της οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας μέσα στο οικοδομημένο ακίνητο (όροφος, αριθμός, θέοη κάθετης ιδιοκτησίας) και αναγράφεται το εμβαδόν της και η χρήση της.
β) Τα στοιχεία που καθορίζουν τη νομική κατάσταση του ακινήτου και ειδικότερα: αα) αυτά που αφορούν στην κυριότητα του ακινήτου και ββ) αυτά που αφορούν στα λοιπά πλην της κυριότητας εγγραπτέα δικαιώματα. Τα στοιχεία καθεμίας από τις εν λόγω κατηγορίες αναγράφονται σε χωριστά τμήματα του κτηματολογικού φύλλου. Σε κάθε τμήμα πρέπει να αναγράφονται όλα τα δηλωτικά της ταυτότητας του δικαιούχου στοιχεία (όνομα, επώνυμο, όνομα και επώνυμο γονέων, τόπος και χρονολογία γέννησης, αριθμός δελτίου ταυτότητας, διεύθυνση κατοικίας), ο τίτλος κτήσεως και η ημερομηνία εγγραφής.
γ) Οι κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 1 πρόσθετες πληροφορίες. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζονται όλα τα ειδικότερα ζητήματα που αφορούν στο είδος των πρόσθετων πληροφοριών, στον τρόπο συλλογής και καταχώρισής τους οτα κτηματολογικά φύλλα, στο χρόνο έναρξης της καταχώρισης, στην ενημέρωση των σχετικών εγγραφών και οε κάθε άλλο συναφές ζήτημα.

5. Με απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζονται ζητήματα τεχνικού και λεπτομερειακού χαρακτήρα, ιδίως ως προς το περιεχόμενο του κτηματολογικού φύλλου, τη διάρθρωσή του και την ηλεκτρονική μορφή και διαχείρισή του.

Άρθρο 12
Καταχωριζόμενες στα κτηματολογικά φύλλα πράξεις

1.Στα κτηματολογικά φύλλα καταχωρίζονται:
α) Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 και υπό τον αριθμό 1 του άρθρου 1192 του Αστικού Κώδικα δικαιοπραξίες, με τις οποίες συνιστάται, μετατίθεται ή καταργείται εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο (εμπράγματες δικαιοπραξίες), στις οποίες ουμπεριλαμβάνονται και οι αιτία θανάτου δωρεές και οι δικαιοπραξίες με τις οποίες συνιστάται, μετατίθεται ή καταργείται το κατά το άρθρο 65 του ν.δ. 210/1973 (ΦΕΚ 277 Α’) δικαίωμα μεταλλειοκτηοίας.
β) Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 και υπό τον
αριθμό 2 του άρθρου 1192 του Αστικού Κώδικα: αα) επιδικάσεις, ββ) προσκυρώσεις, όπως ιδίως οι συντελεσμένες αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι κυρωμένοι αναδασμοί, οι πράξεις εφαρμογής ρυθμιστικών και πολεοδομικών σχεδίων και μελετών ή μεταφοράς συντελεστή δόμησης, καθώς και οι τυχόν ανακλητικές αυτών διοικητικές πράξεις και γγ) περιλήψεις κατακυρωτικών εκθέσεων των συμβολαιογράφων, που έχουν ως αντικείμενο την κυριότητα ή άλλο εμιιράγματο δικαίωμα σε ακίνητο.
γ) Οι κάθε είδους παραχωρήσεις του Δημοσίου, με τις οποίες μεταβιβάζεται κυριότητα ή συνιστάται περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο, καθώς επίσης η πράξη παραχώρησης από την αρμόδια αρχή της νομής ακινήτων σε δικαιούχους από αναδασμό μετά την περάτωση των εργασιών του αναδασμού και πριν από την κύρωσή του.
δ) Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 και υπό τον αριθμό 3 του άρθρου 1192 του Αστικού Κώδικα εκθέσεις δικαστικής διανομής ακινήτου.
ε) Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 και υπό τον αριθμό 4 του άρθρου 1192 του Αστικού Κώδικα τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις που περιέχουν καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως για εμπράγματη δικαιοπραξία σε ακίνητο.
οτ) Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 και υπό τον αριθμό 5 του άρθρου 1192 του Αστικού Κώδικα τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες αναγνωρίζεται κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο, που έχει αποκτηθεί με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η σχετική αγωγή έχει ασκηθεί από το χρησιδεαπόοαντα και στρέφεται κατά του φερόμενου στα κτηματολογικά φύλλα ως δικαιούχου.
ζ) Η κατά το άρθρο 1193 του Αστικού Κώδικα αποδοχή κληρονομιάς ή κληροδοσίας, εφόσον με αυτήν περιέρχεται στον κληρονόμο ή τον κληροδόχο η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο της κληρονομιάς ή εμπράγματο δικαίωμα σε ξένο ακίνητο, καθώς επίσης το αναφερόμενο στο άρθρο 1195 ίου Αστικού Κώδικα κληρονομητήριο.
η) Οι δικαιοπραξίες, καθώς και κάθε άλλου είδους τίτλοι που παρέχουν δικαίωμα εγγραφής υποθήκης και προσημείωσης υποθήκης.
θ) Οι κατά το άρθρο 1312 του Αστικού Κώδικα εκχωρήσεις και ενεχυριάσεις της ασφαλισμένης με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης απαίτησης.
ι) Οι κατά το άρθρο 992 του Κώδικα Πολικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 19 του άρθρου 4 του ν. 2298/1995 (ΦΕΚ 62 Α’), τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις διάρρηξης καταδολιευτικών εκποιήσεων ακινήτων, σύμφωνα με τα άρθρα 939 και επόμενα του Αστικού Κώδικα.
ια) Οι κατασχέσεις (αναγκαστικές και συντηρητικές), και κάθε άλλη δέσμευση της εξουσίας διάθεσης του κυρίου ακινήτου, την οποία ο νόμος υποβάλλει οε δημοσιότητα στα βιβλία μεταγραφών και υποθηκών.
ιβ) Οι κατά το άρθρο 220 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αγωγές και ανακοπές και οι κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 6 και τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 13 του παρόντος νόμου αγωγές, καθώς επίσης οι αμετάκλητες αποφάσεις που εκδίδονται επ’ αυτών των αγωγών και ανακοπών
ιγ) Οι κατά τα άρθρα 618 και 1208 του Αστικού Κώδικα μακροχρόνιες μισθώσεις ακινήτων.
ιδ) Οι χρονομεριστικές μισθώσεις του άρθρου 1 του ν. 1652/1986.
ιε) Οι κατά το ν. 1665/1986 (ΦΕΚ 194 Α’), όπως συμπληρώθηκε με το ν. 2367/1995 (ΦΕΚ 261 Α ), χρηματοδοτικές μισθώσεις ακινήτων και
ιστ) Όλες οι δικαιοπραξίες, δικαστικές αποφάσεις και διοικητικές πράξεις, οι οποίες εγγράφονται, με βάση την κείμενη εκάστοτε νομοθεσία, στα βιβλία που τηρούνται στα Υποθηκοφυλακεία.

2. Στο τμήμα του κτηματολογικού φύλλου που αφορά στα βάρη και στις δεσμεύσεις της κυριότητας ή της εξουσίας διάθεσης του κυρίου εγγράφεται και η κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και η απόφαση διενέργειας αναδασμού. Η εγγραφή αυτή εμπεριέχει την πράξη με την οποία κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση ή αποφασίστηκε η διενέργεια αναδασμού και την επίπτωσή τους σε όλο ή σε μέρος του ακινήτου στο οποίο αφορά το κτηματολογικό φύλλο. Αν αρθεί ή ανακληθεί η απαλλοτρίωση ή ο αναδασμός, καταχωρίζεται στα κτηματολογικό φύλλα η διοικητική πράξη με την οποία βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη άρση ή ανακαλείται η αναγκαστική απαλλοτρίωση ή ο αναδασμός. Το ίδιο ισχύει και για τα ρυθμιστικά ή πολεοδομικά σχέδια και μελέτες πριν από την εφαρμογή τους, καθώς και για κάθε άλλη διοικητική πράξη ή διαδικασία που έχει επίπτωση σε εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων ή επάγεται δέσμευση της εξουσίας διάθεσης αυτών.

3. Χωρίς εγγραφή στα κτηματολογικά φύλλα στις περιπτώσεις α, β, γ, δ, ε’, ζ’, η’ (εκτός από τις περιπτώσεις των εκχωρήσεων και ενεχυριάσεων της ασφαλισμένης με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης απαίτησης, για τις οποίες ισχύει η παράγραφος 5 αυτού του άρθρου), ια’ και ιε’ της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου δεν επέρχεται το επιδιωκόμενο με την εγγραπτέα πράξη αποτέλεσμα.

4. Το επιδιωκόμενο με την εγγραφή έννομο αποτέλεσμα επέρχεται στην περίπτωση ζ’ της παραγράφου 1 αναδρομικά από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 1199 του Αστικού Κώδικα χρόνο και στην περίπτωση β’ της ίδιας παραγράφου από το χρόνο συντέλεσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης με την καταβολή ή δημόσια κατάθεση της νόμιμης αποζημίωσης υπέρ του καθ’ ου η απαλλοτρίωση.

5. Η παράλειψη της εγγραφής στα κτηματολογικά φύλλα στις περιπτώσεις Γ, ιβ , ιγ’ και ιδ’ της παραγράφου 1,καθώς επίσης στις εμπίπτουσες στην περίπτωση η της παραγράφου 1 αυτου του άρθρου εκχωρήσεις και ενεχυριάσεις της ασφαλισμένης με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης απαίτησης, επάγεται τις έννομες συνέπειες που προβλέπουν οι αντίστοιχες διατάξεις του ουσιαστικού ή του δικονομικού δικαίου.

Άρθρο 13
Μαχητό τεκμήριο ακρίβειας των κτηματολογικών εγγραφών και δημόσια πίστη

1. Οι εγγραφές στα κτηματολογικά φύλλα για τις πράξεις του άρθρου 12 τεκμαίρονται ακριβείς.

2. Η ανατροπή του κατά την προηγούμενη παράγραφο μαχητού τεκμηρίου γίνεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ύστερα από αγωγή η οποία ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον και στρέφεται κατ’ εκείνου που φέρεται ανακριβώς στα κτηματολογικά φύλλα ως δικαιούχος ή των καθολικών διαδόχων του. Σε περίπτωση ειδικών διαδόχων, έναντι των οποίων η απόφαση είναι αντιτάξιμη, σύμφωνα με την παράγραφο 3 εδάφιο β αυτού του άρθρου, η αγωγή πρέπει να στρέφεται, με ποινή απαραδέκτου, και κατ αυτών. Έννομο συμφέρον για την άσκηση αγωγής έχει και όποιος απέκτησε κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα με χρησικτησία’. Η αγωγή καταχωρίζεται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο μέσα σε προθεσμία, κατ’ ανώτατο όριο, τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της, αλλιώς είναι απαράδεκτη η συζήτησή της. Η αγωγή αυτή περιέχει αίτημα αναγνώρισης του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος του ενάγοντος και διόρθωσης της ανακριβούς εγγραφής. Το ελάττωμα της εγγραφής, η οποία θεωρείται τίτλος κατά την έννοια των άρθρων 1041 και 1043 του Αστικού Κώδικα, θεραπεύεται μόλις συντρέξουν στο πρόσωπο του ανακριβώς αναγραφόμενου δικαιούχου και των διαδόχων του και οι λοιπές τυχόν προϋποθέσεις τακτικής χρησικτησίας.

3. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο αμετάκλητη δικαστική απόφαση αντιτάσσεται τόσο εναντίον των καθολικών διαδόχων του ανακριβώς αναγραφόμενου δικαιούχου όσο και εναντίον εκείνων που έγιναν ειδικοί διάδοχοι μετά την εγγραφή της αγωγής στο κτηματολογικό φύλλο. Πριν από την ως άνω εγγραφή της αγωγής τρίτος αποκτά εγκύρως δικαίωμα από τον ανακριβώς αναγραφόμενο δικαιούχο ή τους καθολικούς του διαδόχους, εκτός αν στηρίζει την κτήση του σε χαριστική αιτία ή τη στηρίζει μεν σε επαχθή αιτία, είναι όμως κακόπιστος, επειδή γνωρίζει ή από βαρειά του αμέλεια αγνοεί την ανακρίβεια της εγγραφής επί της οποίας στηρίχθηκε. Το βάρος της απόδειξης της κακής πίστης του τρίτου, που απέκτησε από τον ανακριβώς αναγραφόμενο δικαιούχο ή τους καθολικούς του διαδόχους, φέρει εκείνος που αμφισβητεί την ακρίβεια της εγγραφής και το κύρος της κτήσης από τον τρίτο.

4. Σε περίπτωση έγκυρης, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, κτήσης δικαιώματος από καλόπιστο τρίτο, ο αληθινός δικαιούχος έχει κατ’ εκείνου που αναγραφόταν ανακριβώς στα κτηματολογικά φύλλα ως δικαιούχος μόνο αξίωση απόδοσης του πλουτισμού. Αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών δεν αποκλείεται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Διαδικασία κτηματολογικών εγγραφών

Άρθρο 14
Αίτηση εγγραφής και συνυποβαλλόμενα δικαιολογητικά

1. Για την καταχώριση στα κτηματολογικά φύλλα των πράξεων του άρθρου 12 απαιτείται, πλην των περιπτώσεων που ορίζονται διαφορετικά στο νόμο, υποβολή αιτήσεως και ταυτόχρονη καταβολή των τελών και δικαιωμάτων της παραγράφου 2 του άρθρου 4.

2.α) Την αίτηση της παραγράφου 1 υποβάλλει κάθε πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) που έχει έννομο συμφέρον. Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτσύντος ή άλλον πληρεξούσιο δυνάμει πληρεξουσιότητας πόυ του έχει παρασχεθεί συμβολαιογραφικά. Την αίτηση έχει δικαίωμα επίσης να υποβάλει, όταν πρόκειται για εγγραπτέο δικαίωμα που στηρίζεται σε συμβολαιογραφική πράξη, ο συμβολαιογράφος που τη συνέταξε ή ο νόμιμος αναπληρωτής του ή ο αρχειοφύλακας ή εξουσιοδοτημένος συνεργάτης του με γραπτή εξουσιοδότηση
β) Όταν πρόκειται για το Δημόσιο ή για νομικά πρόσωπα δημοσίου δικοιου, την αίτηση της παραγράφου 1 υποβάλλει ο Προϊστάμενος της αρμόδιας υπηρεσίας ή εξουσιοδοτημένος από αυτόν υπάλληλος.

3. Στην αίτηση αναγράφονται τα ακόλουθα στοιχεία του προσώπου για το οποίο ζητείται η καταχώριση: σε περίπτωση φυσικού προσώπου το όνομα, το επώνυμο, το όνομα και επώνυμο των γονέων, η χρονολογία γέννησης, ο αριθμός του δελτίου ταυτότητας, ο αριθμός φορολογικού μητρώου και η διεύθυνση, σε περίπτωση νομικού προσώπου η επωνυμία, η έδρα, η διεύθυνση, η συστατική του πράξη, η νόμιμη δημοσίευση αυτής και ο αριθμός φορολογικού μητρώου. Στην αίτηση μνημονεύονται επίσης η πράξη της οποίας ζητείται η καταχώριση και τα συνυποβαλλόμενα έγγραφα, το ακίνητο στο οποίο αφορά η ζητούμενη καταχώριση, με τον κωδικό του αριθμό, το κτηματολογικά φύλλο στο οποίο έχουν καταχωριστεί προηγούμενες κτηματολογικές εγγραφές για το ακίνητο. Με απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ορίζονται και άλλα στοιχεία που πρέπει να περιέχει η αίτηση.

4. Με την αίτηση της παραγράφου 1 συνυποβάλλονται και τα έγγραφα στα οποία περιέχεται η πράξη της οποίας ζητείται η καταχώριση στα κτηματολογικά φύλλα, μαζί με κυρωμένο απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος για το ακίνητο στο οποίο αφορά η εγγραπτέα πράξη, καθώς επίσης, τυχόν κτηματογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αποτυπώνεται η μεταβολή που τυχόν επέρχεται με την εγγραπτέα πράξη. Αν η αίτηση υποβληθεί από πληρεξούσιο, νόμιμο αντιπρόσωπο ή όργανο νομικού προσώπου, συνυποβάλλονται επίσης και τα έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται η νομιμοποίηση του προσώπου που υπογράφει την αίτηση. Τα έγγραφα αυτά τηρούνται στο αρχείο τίτλων και δικαιολογητικά^.

Άρθρο 15
Εγγραφή της αίτησης στο ημερολόγιο Χρονική προτεραιότητα

1. Οι αιτήσεις εγγράφονται αυθημερόν στο ημερολόγιο. Η εγγραφή γίνεται κατά τη χρονική σειρά υποβολής των αιτήσεων στο Κτηματολογικά Γραφείο. Κάθε αίτηση αριθμείται κατά τη σειρά της υποβολής της και φέρει τον ακριβή χρόνο (ημερομηνία και ώρα) παραλαβής της από το αρμόδιο Γραφείο Κτηματολογίου. Οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου ρυθμίζονται με απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεο^ν Ελλάδος, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως

2. Η κατά το άρθρο 11 καταχώριση στα κτηματολογικά φύλλα των πράξεων για τις οποίες έχει υποβληθεί αίτηση γίνεται κατόπιν αποφάσεως του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου, αφού γίνει ο κατά το άρθρο 16 έλεγχος. Η αποδοχή ή η απόρριψη της αίτησης γίνεται αμελλητί και, πάντως όχι σε χρόνο μεγαλύτερο των πέντε (5) ημερών από την ημέρα της υποβολής της. Χρόνος καταχώρισης στα κτηματολογικά φύλλα θεωρείται η ημερομηνία υποβολής της αίτησης για την καταχώριση.

3. Αν υποβάλλονται για καταχώριση περισσότερες πράξεις που αφορούν σε δικαιώματα πάνω στο ίδιο ακίνητο, επικρατεί εκείνη που υποβλήθηκε σε χρόνο προγενέστερο (αρχή της χρονικής προτεραιότητας). Γ ια κτηματολογικές εγγραφές της ίδιας ημέρας ισχύουν, ανάλογα με το είδος του δικαιώματος στο οποίο αυτές αφορούν, οι κανόνες των άρθρων 1206, 1207, 1272 παράγραφος 2 και 1301 του Αστικού Κώδικα.

Άρθρο 16
Έλεγχος των αιτήσεων και των συνυποβαλλόμενων δικαιολογητικά^ Άρνηση καταχώρισης Διαδικασία επίλυσης διαφορών

1. Ο διενεργούμενος στο Κτηματολογικά Γραφείο έλεγχος κάθε αίτησης και των συνυποβαλλόμενων δικαιολογητικών είναι έλεγχος νομιμότητας. Κατ’ αυτόν ελέγχεται ιδίως:
α) αν το Κτηματολογικά Γραφείο είναι αρμόδιο κατά τόπο,
β) αν το δικαίωμα στο οποίο αφορά η αίτηση και η πράξη της οποίας ζητείται η καταχώριση στα κτηματολογικά φύλλα περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων των οποίων ο νόμος επιτάσσει την καταχώριση,
γ) αν για την πράξη της οποίας ζητείται η καταχώριση συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για την επέλευση των έννομων αποτελεσμάτων της,
δ) αν για την πράξη της οποίας ζητείται η καταχώριση συνυποβάλλονται με την αίτηση, με πληρότητα και ακρίβεια, τα αναφερόμενα στο άρθρο 14 δικαιολογητικά,
ε) αν το πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε εκποίηση ή του οποίου δικαίωμα επιδιώκεται να επιβαρυνθεί ή δεσμευτεί, αναγράφεται στο κτηματολογικά βιβλίο ως δικαιούχος,
στ) αν ο εμφανιζόμενος κατά την υποβολή της αιτήσεως ως πληρεξούσιος, νόμιμος αντιπρόσωπος ή εκπρόσωπος νομικού προσώπου, νομιμοποιείται να προβεί στη ζητούμενη καταχώριση.

2. Αν ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου αρνηθεί τη ζητούμενη καταχώριση, σημειώνει την άρνησή του και εκθέτει συνοπτικά τους λόγους της επί της αιτήσεως ή σε επισυναπτόμενο στην αίτηση πρόσθετο φύλλο και γνωστοποιεί αμελλητί την απόφασή του αυτή στον αιτούντα.

3. Αν στα συνυποβαλλόμενα με την αίτηση δικαιολογητικά υπάρχει τυπική έλλειψη, που είναι δυνατόν να διορθωθεί ή να συμπληρωθεί, ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου μπορεί να τάξει σύντομη προθεσμία, μέσα στην οποία ο αϊτών πρέπει να προσκομίσει τα ελλείποντα στοιχεία. Στην περίπτωση αυτή η καταχώριση στα κτηματολογικά φύλλα γίνεται υπό την επιφύλαξη της εμπρόθεσμης προσκόμισης των στοιχείων που λείπουν (προσωρινή υπό επιφύλαξη καταχώριση). Αν η έλλειψη συμπληρωθεί εμπρόθεσμα, ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου τρέπει την προσωρινή καταχώριση σε οριστική, σημειώνοντας την τροπή στην οικεία θέση του κτηματολογικού φύλλου. Στην περίπτωση αυτή ημερομηνία της οριστικής καταχώρισης θεωρείται η ημερομηνία της προσωρινής καταχώρισης.

4. Αν παρέλθει η κατά την προηγούμενη παράγραφο προθεσμία, χωρίς να προσκομισθούν τα ελλείποντα στοιχεία, θεωρείται ότι δεν έγινε η καταχώριση και εξαλείφεται αυτεπαγγέλτως η προσωρινή καταχώριση.

5. Κατά της αρνητικής απόφασης του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γ ραφείου, καθώς και της εξάλειψης καταχώρισης ο αϊτών δικαιούται να προβάλει αντιρρήσεις μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών αφότου έλαβε γνώση αυτής. Οι αντιρρήσεις υποβάλλονται με αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή. Ο Κτηματολογικός Δικαστής δικάζει ως Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 5 του άρθρου 791 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έως ότου ορισθεί Κτηματολογικός Δικαστής, οι αντιρρήσεις υποβάλλονται στο Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας του Κτηματολογικού Γραφείου, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εφαρμόζοντας και τις ειδικές διατάξεις των παραγράφων 2 έως 5 του άρθρου 791 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

6. Με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου ορίζεται σε κάθε Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου λειτουργεί Κτηματολογικό Γ ραφείο, ένας Πρωτόδικης ως Κτηματολογικός Δικαστής, κατά προτίμηση μεταξύ των αρχαιότερων, καθώς και ο αναπληρωτής του Με την ίδια απόφαση ορίζεται η θητεία του τακτικού και του αναπληρωματικού Κτηματολογικού Δικαστή, η οποία μπορεί να παραταθεί, χωρίς να υπερβεί συνολικά τα πέντε (5) έτη. Αντικατάσταση του Κτηματολογικού Δικαστή μπορεί να γίνει με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, αν το ζητήσει ο ίδιος ή συντρέχει σπουδαίος λόγος. Αν ο Κτηματολογικός Δικαστής ή ο αναπληρωτής του παύσει οποτεδήποτε να υπηρετεί στο οικείο Πρωτοδικείο, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο ορίζει άλλον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
Διόρθωση κτηματολογικών στοιχείων

Άρθρο 17
Διόρθωση ύστερα από δικαστική αμφισβήτηση των αναγραφόμενων στα κτηματολογικά φύλλα δικαιωμάτων

1. Επιτρέπεται η διόρθωση των κτηματολογικών εγγραφών αν αμφισβητηθεί δικαίωμα που αναγράφεται στα κτηματολογικά φύλλα. Για τη διόρθωση αυτή απαιτείται αμετάκλητη δικαστική απόφαση ύστερα από άσκηση της κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 6 ή της κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 13 αγωγής.

2. Για τη διόρθωση υποβάλλεται στο Κτηματολογικό Γραφείο αίτηση από το διάδικο που νίκησε ή τους διαδόχους του εκείνους υπέρ των οποίων ισχύει το δεδικασμένο από την απόφαση. Με την αίτηση συνυποβάλλονται η απόφαση και τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει το αμετάκλητο αυτής.

3. Αν ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου αρνηθεί να επιφέρει τη διόρθωση, εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 5 του άρθρου 16

4. Αν αμφισβητηθεί η ακρίβεια κτηματολογικής εγγραφής, η διαφορά, αν αυτή δεν υπάγεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, εκδικάζεται από τον Κτηματολογικό Δικαστή, που επιλαμβάνεται της υποθέσεως ως Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τις διατάξεις ρης αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Όταν η διαφορά υπάγεται στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, στη σύνθεσή του μετέχει και ο Κτηματολογικός Δικαστής

Άρθρο 18
Διόρθωση πρόδηλων σφαλμάτων

1. Ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου μπορεί, ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον η και αυτεπαγγέλτως, να προβαίνει στη διόρθωση πρόδηλων σφαλμάτων των κτηματολογικών εγγραφών, ιδίως σε περίπτωση λανθασμένης αναγραφής στα κτηματολογικά φύλλα στοιχείων που προκύπτουν από την αστυνομική ταυτότητα ή σε περίπτωση εσφαλμένων αριθμητικών πράξεων ως προς γεωμετρικά στοιχεία των εγγραφών.

2. Αν ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου δεν αποφανθεί μέσα σε δύο (2) μήνες από την υποβολή της αίτησης, ο αϊτών δικαιούται να προσφύγει στον Κτηματολογικό Δικαστή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ί 15) ημερών από τη λήξη του διμήνου αυτού. Η αίτηση προς τον Κτηματολογικό Δικαστή καταχωρίζεται στα κτηματολογικά φύλλα στη θέση που καταχωρίζεται και η κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 13 αγωγή. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται όσα ορίζονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 16.

Άρθρο 19
Διόρθωση κτηματολογικών εγγραφών σε άλλες περιπτώσεις

1. Ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου, υστέρα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, προβαίνει σε διόρθωση ληξιαρχικών στοιχείων που αναγράφονται στα κτηματολογικά βιβλία, όταν η διόρθωση αυτή συνιστά συμμόρφωση σε αμετάκλητη δικαστική απόφαση, που έχει εκδοθεί κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας σύμφωνα με το άρθρο 782 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

2. Αν υπάρχουν σφάλματα που αφορούν σε γεωμετρικά στοιχεία των κτηματολογικών εγγραφών, ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γ ραφείου προβαίνει σε διόρθωση ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον.
Η αίτηση αυτή καταχωρίζεται, με ποινή απαραδέκτου, στα κτηματολογικά φύλλα στη θέση που καταχωρίζεται και η κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 13 αγωγή. Αν η αποδοχή της αίτησης μπορεί να επηρεάσει δικαιώματα όμορων δικαιούχων; κοινοποιείται, με ποινή απαραδέκτου, στους όμορους δικαιούχους. Ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γ ραφείου ορίζει εύλογη προθεσμία, μέσα στην οποία οι όμοροι δικαιούχοι έχουν δικαίωμα να υποβάλουν τις απόψεις τους εγγράφως. Η  απόφαση του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου κοινοποιείται και στους όμορους δικαιούχο. Ο αϊτών ή όμορος δικαιούχος που βλάπτεται από την απόφαση δικαιούται να προσφύγει στον Κτηματολογικά Δικαστή μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίησή της σε αυτόν. Η προσφυγή στον Κτηματολογικά Δικαστή καταχωρίζεται, με ποινή απαραδέκτου, στα κτηματολογικά φύλλα, στη θέση που καταχωρίζεται η κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 13 αγωγή και αναστέλλει τη διόρθωση των κτηματολογικών εγγραφών έως την έκδοση οριστικής απόφασης από τον Κτηματολογικά Δικαστή. Η προθεσμία και η άσκηση ένδικων μέσων κατά της απόφασης του Κτηματολογικού Δικαστή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Δικαίωμα προσφυγής στον Κτηματολογικά Δικαστή έχει επίσης ο αϊτών και σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου δεν αποφανθεί επί της αιτήσεως μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της ή από τη λήξη της εύλογης προθεσμίας που τυχόν ετάχθη για την υποβολή των απόψεων των όμορων δικαιούχων. Η δεκαπενθήμερη προθεσμία προσφυγής στον Κτηματολογικά Δικαστή είναι στην περίπτωση αυτή δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη του κατά το προηγούμενο εδάφιο διμήνου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται όσα ορίζονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 16.

3. Αν υφίσταται εγγραφή στα κτηματολογικά φύλλα κατά το άρθρο 12 παράγραφος 1 περίπτωση γ’, λόγω παράδοσης της νομής ακινήτων σε δικαιούχους από αναδασμό και εκδοθεί στη συνέχεια η δημοσιευόμενη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως απόφαση κύρωσης του αναδασμού, η οποία πρέπει να διαβιβαστεί αμέσως και στο αρμόδιο Κτηματολογικά Γραφείο, ο Προϊστάμενος αυτού προβαίνει στην εγγραφή είτε αυτεπαγγέλτως, αμέσως μετά τη διαβίβαση σε αυτόν της απόφασης κύρωσης του αναδασμού είτε ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, ο οποίος συνυποβάλλει με την αίτηση και το Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως στο οποίο δημοσιεύεται η απόφαση κύρωσης του αναδασμού. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως σι διατάξεις της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου.

4. Αν, σε περιπτώσεις ακινήτων που κείνται σε περιοχές για τις οποίες δεν υφίσταται κυρωμένος δασικός χάρτης, έχει εκδοθεί απόφαση των επιτροπών του άρθρου 10 παράγραφος 3 του ν. 998/1979 επί ενστάσεων και προσφυγών που υποβλήθηκαν κατά το άρθρο 14 παράγραφος 3 του ίδιου νόμου και έχει περατωθεί η διοικητική διαδικασία, ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου προβαίνει σε διόρθωση της σχετικής κτηματολογικής εγγραφής, ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου.

Άρθρο 20
Προσαρμογή συνεπεία εφαρμογής νέων τεχνικών προδιαγραφών για τη σύνταξη των κτηματολογικών διαγραμμάτων

1. Δικαίωμα προσαρμογής των γεωμετρικών στοιχείων των κτηματολογικών εγγραφών έχει ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γ ραφείου σε περίπτωση εφαρμογής ενιαίως νέων τεχνικών προδιαγραφών. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι ρυθμίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 19.

2. Με απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζονται ζητήματα τεχνικού και λεπτομερειακού χαρακτήρα για την εφαρμογή όσων ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ
Δημοσιότητα των κτηματολογικών στοιχείων

Άρθρο 21
Δικαίωμα πρόσβασης στα κτηματολογικά στοιχεία

1. Η πρόσβαση στα κτηματολογικά στοιχεία τελεί υπό τους περιορισμούς του ν. 2472/1997 ‘Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα’ (ΦΕΚ 50 Α).

2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζονται ο τρόπος και οι όροι άσκησης του κατά την προηγούμενη παράγραφο δικαιώματος πρόσβασης στα κτηματολογικά στοιχεία, καθώς και τα πρόσωπα που έχουν δικαίωμα να προβαίνουν στην επί τόπου έρευνα των κτηματολογικών στοιχείων στα Κτηματολογικά Γ ραφεία και στην έναντι χρηματικού ανταλλάγματος ηλεκτρονική σύνδεση. Με την ίδια απόφαση ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη δημοσιότητα των κτηματολογικών στοιχείων και σε κάθε άλλο θέμα τεχνικού και λεπτομερειακού χαρακτήρα.

Άρθρο 22
Χορήγηση πιστοποιητικών, αντιγράφων και αποσπασμάτων

1. Τα Κτηματολογικά Γ ραφεία οφείλουν να χορηγούν πιστοποιητικά, αντίγραφα και αποσπάσματα από τα κτηματολογικά φύλλα, από τα διαγράμματα και γενικώς από κάθε τηρούμενο κτηματολογικά στοιχείο σε όποιον έχει έννομο συμφέρον και υποβάλλει σχετική αίτηση, είτε αυτοπροσώπως είτε με αντιπρόσωπό του, καταβάλλοντας τα τέλη και δικαιώματα της παραγράφου 2.

2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, μετά από πρόταση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, καθορίζονται τα υπέρ του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος ανταποδοτικά τέλη και’ τα λοιπά υπέρ του Δημοσίου και τρίτων δικαιώματα για τη χορήγηση των πιστοποιητικών, αντιγράφων και αποσπασμάτων της παραγράφου 1 σε ύψος και με τρόπο αντίστοιχο προς ^υτόν που προβλέπει η εκάστοτε κείμενη νομοθεσία για τη χορήγηση αντίστοιχων πιστοποιητικών, αντιγράφων και αποσπασμάτων από τους φύλακες μεταγραφών και υποθηκών, πλην των αποσπασμάτων από τα κτηματολογικά διαγράμματα, για τη χορήγηση των οποίων τα υπέρ του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος ανταποδοτικά τέλη καθορίζονται με την ίδια κοινή υπουργική απόφαση σε ύψος που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10 000) δραχμές για κάθε εμφαινόμενο στο απόσπασμα ιδιοκτησιακό αντικείμενο. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ο τρόπος απόδοσης των παραπάνω δικαιωμάτων. Εξαιρούνται από τη ρύθμιση αυτή και χορηγούνται ατελώς πιστοποιητικά, αντίγραφα και αποσπάσματα για εγγραπτέα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ
Τελικές και μεταβατικές διατάξεις

Άρθρο 23
Μετάβαση από το σύστημα μεταγραφών και υποθηκών στο σύστημα Κτηματολογίου

1. Από την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου τα έμμισθα ή άμισθα Υποθηκοφυλακεία, στων οποίων την τοπική αρμοδιότητα εμπίπτουν οι κτηματογραφημένες περιοχές, λειτουργούν ως Κτηματολογικά Γραφεία.

2. Από την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου οι εγγραφές που αφορούν ακίνητα των κτηματογραφημένων περιοχών γίνονται μόνο στα κτηματολογικά βιβλία και λοιπά τηρούμενα στοιχεία Τα βιβλία που τηρούσε έως την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου το αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο επέχουν θέση αρχείου. Το αρχείο αυτό εξακολουθεί να φυλάσσεται από το Υποθηκοφυλακείο, το οποίο εκδίδει και τα σχετικά αντίγραφα και πιστοποιητικά.

3. Αν κτηματογραφηθεί τμήμα μόνο της περιοχής που υπάγεται στην τοπική αρμοδιότητα Υποθηκοφυλακείου, η ρύθμιση της προηγούμενης παραγράφου ισχύει για τα ακίνητα που εμπίπτουν στο κτηματογραφημένο τμήμα της.

4. Κατά τη μεταβατική περίοδο λειτουργίας έμμισθων Υποθηκοφυλακείων ως Κτηματολογικών Γ ραφείων παραμένει αμετάβλητη η υπηρεσιακή και μισθολογική κατάσταση του προσωπικού τους και η σχέση τους με οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων, η οποία εκδίδεται υστέρα από πρόταση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, ορίζεται ο αριθμός και τα ειδικότερα προσόντα για την πρόσληψη πρόσθετου προσωπικού κατά τη μεταβατική περίοδο για την κάλυψη των αναγκών λειτουργίας έμμισθων Υποθηκοφυλακείων ως Κτηματολογικών Γραφείων. Έως την πρόσληψη του προσωπικού αυτού, η κάλυψη των λειτουργικών αναγκών τους γίνεται με προσωπικό που διαθέτει στα Υποθηκοφυλακεία η Α.Ε. “Κτηματολόγιο Ανώνυμη Εταιρεία’, η οποία και αμείβει το προσωπικό αυτό. Με όμοια προς την προβλεπόμενη σε αυτή την παράγραφο παραπάνω κοινή υπουργική απόφαση ρυθμίζονται τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα ζητήματα που αφορούν στον τρόπο διάθεσης του εν λόγω προσωπικού από την Α.Ε. ‘Κτηματολόγιο Ανώνυμη Εταιρεία’. Με την ίδια αυτή απόφαση ή με όμοια κοινή υπουργική απόφαση μπορεί επίσης να ορίζεται πρόσθετη αμοιβή για το προσωπικό που υπηρετεί κατά την έκδοσή της. Η καταβολή της πρόσθετης αυτής αμοιβής βαρύνει την Α.Ε. ‘Κτηματολόγιο Ανώνυμη Εταιρεία”.

5. Κατά τη μεταβατική περίοδο λειτουργίας άμισθων Υποθηκοφυλακείων ως Κτηματολογικών Γραφείων ισχύουν τα ακόλουθα: α) Ο υποθηκοφύλακας παραμένει άμισθος δημόσιος λειτουργός και εξακολουθεί να προΐσταται του Υποθηκοφυλακείου και μετά την έναρξή λειτουργίας του ως Κτηματολογικού Γραφείου. Το προσωπικό που υπηρετεί στο Υποθηκοφυλακείο κατά την έναρξη της μεταβατικής αυτής περιόδου διατηρείται με την ίδια σχέση που το συνδέει με τον άμισθο υποθηκοφύλακα και διεκπεραιώνει τις εργασίες για τη λειτουργία του Υποθηκοφυλακείου και ως Κτηματολογικού Γραφείου. Οι δαπάνες για τη μισθοδοσία και τις ασφαλιστικές εισφορές του προσωπικού αυτού, καθώς επίσης του τυχόν νέου προσωπικού, κατά τα οριζόμενα στο επόμενο εδάφιο, βαρύνουν τον άμισθο υποθηκοφύλακα.
β) Για την πρόσληψη νέου προσωπικού, κατά τη μεταβατική περίοδο λειτουργίας άμισθου Υποθηκοφυλακείου ως Κτηματολογικού Γραφείου, εφαρμόζεται το αριθμητικό κριτήριο που θα ισχύει κατά την έναρξη της μεταβατικής αυτής περιόδου, το οποίο σήμερα είναι ένας (1) υπάλληλος ανά χίλιες (1.000) αιτήσεις. Η πρόσληψη γίνεται από τον υποθηκοφύλακα, ο οποίος, μέσα στο πλαίσιο του συνολικού αριθμού υπαλλήλων που προσδιορίζεται με βάση το προαναφερόμενο μέτρο, λαμβάνει υπόψη του και την ανάγκη ηλεκτρονικής καταγραφής και επεξεργασίας των πληροφοριών για την ακώλυτη, με σύγχρονες μεθόδους, διεκπεραίωση των εργασιών τόσο του Κτηματολογικού Γραφείου όσο και του Υποθηκοφυλακείου που υπάγεται στην τοπική του αρμοδιότητα. Πρόσληψη έως δύο (2) πρόσθετων υπαλλήλων, πέραν του αριθμού που προσδιορίζεται με βάση το προαναφερόμενο μέτρο, απόκειται στην κρίση του υποθηκοφύλακα, όταν με αυτήν επιδιώκεται η ικανοποίηση αναγκών ηλεκτρονικής καταχώρισης και επεξεργασίας πληροφοριών, για την οποία απαιτείται εξειδικευμένο πρόσθετο προσωπικό. Το νέο αυτό προσωπικό μισθοδοτείται με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις της Ενωσης Άμισθων Υποθηκοφυλάκων Ελλάδος και του Συλλόγου των Υπαλλήλων των Άμισθων Υποθηκοφυλάκων και υπάγεται ασφαλιστικά στους ίδιους ασφαλιστικούς οργανισμούς στδυς οποίους υπάγονται οι ήδη υπηρετούντες στα άμισθα Υποθηκοφυλακεία υπάλληλοι.
γ) Εκτός από τους υπαλλήλους που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο, με την έναρξη της μεταβατικής περιόδου τίθενται υπό τη διεύθυνση του υποθηκοφύλακα, που προίσταται του Υποθηκοφυλακείου και ως Κτηματολογικού Γραφείου, υπάλληλοι με πτυχίο ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος ή τεχνολογικού εκπαιδευτικού ιδρύματος, που διαθέτουν ειδικές τεχνικές γνώσεις, ανταποκρινόμενες στις ανάγκες λειτουργίης του Υποθηκοφυλακείου ως Κτηματολογικού Γραφείου, για τη σύνταξη και τήρηση των κτηματολογικών στοιχείων. Ο καθορισμός του συνολικού αριθμού των υπαλλήλων αυτών και η ένταξή τους στο προσωπικό των Κτηματολογικών Γ ραφείων κατά τη μεταβατική περίοδο γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, ύστερα από πρόταση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος. Τα έξοδα μισθοδοσίας και των εν γένει αποδοχών, αποζημιώσεων, εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και κάθε γενικώς δαπάνης για το προσωπικό αυτό, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, βαρύνει κατά τη μεταβατική περίοδο αποκλειστικά την Α.Ε. Κτηματολόγιο Ανώνυμη Εταιρεία”.
δ) Για την εγγραφή οποιοσδήποτε πράξεως στα κτήματολογικά στοιχεία που τηρούνται από τον άμισθο υποθηκοφύλακα κατά τη μεταβατική περίοδο καταβάλλονται τα δικαιώματα υπέρ του άμισθου υποθηκοφύλακα και τρίτων (Ελληνικού Δημοσίου και Ταμείων), που προβλέπονται για ιη μεταγραφή ή αντίστοιχα την εγγραφή της ίδιας πράξεως  το Υποθηκοφυλακείο. Το ίδιο ισχύει και για την έκδοση πιστοποιητικών και αντιγράφων, πλην των πιστοποιητικών, αντιγράφων και αποσπασμάτων από τα κτήματολογικά διαγράμματα, για τη χορήγηση των οποίων ισχύει και κατά τη μεταβατική περίοδο η υπέρ του Οργανισμοί) Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος ρύθμιση της παραγράφου 2 του άρθρου 22του παρόντος νόμου. Απο τα εισπραττόμενα από τον υποθηκοφύλακα, σύμφωνα με τη ρύθμιση του παρόντος εδαφίου, πορά προβαίνει αυτός στις παρακρατήσεις και αποδοσεις στις οποίες προέβαινε και πριν από την έναρξη ισχύος της μεταβατικής περιόδου.

6α) Εξι (6) μήνες πριν από την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογικου Γραφείου ο Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος ειδοποιεί τον αρμόδιο κατά την παράγραφο 1 υποθηκοφύλακα (έμμισθο ή άμισθο), προκείμενου αυτός να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για τη στέγαση και λειτουργία του Κτηματολογικού Γραφείου στο Υποθηκοφυλακείο και για την εκπαίδευση του προσωπικού του.
β) Αν το Υποθηκοφυλακείο είναι έμμισθο, η δαπάνη για τις ενέργειες που προβλέπει το προηγούμενο εδάφιο βαρύνει αποκλειστικά την Α.Ε. ‘Κτηματολόγιο Ανώνυμη Εταιρεία”.
γ) Αν το Υποθηκοφυλακείο είναι άμισθο, η δαπάνη για τις ενέργειες που προβλέπει το πρώτο εδάφιο αυτής της παραγράφου αντιμετωπίζεται ως εξής: Ο άμισθος υποθηκοφύλακας με δικές του δαπάνες παρέχει .<αι διαμορφώνει τους χώρους για τη λειτουργία του Κτηματολογικού Γραφείου, εκπαιδεύει το προσωπικό, προμηθεύεται τον κατάλληλο εξοπλισμό και προβαίνει αε κάθε ενέργεια για την προσαρμογή στη λειτουργία αυτη Ως αντιστάθμισμα για τις δαπάνες αυτές ο άμισθος υποθηκοφύλακας δικαιούται, όταν ειδοποιηθεί για την κτηματογράφηση τμήματος ή όλης της περιοχής που εμπίπτει στην τοπική του αρμοδιότητα και για την επικείμενη ένταξή της στο Εθνικό Κτηματολόγιο, να παρακρατεί όλα τα υπέρ αυτού δικαιώματα τριών (3) τριμήνων από κάθε καταχώριση για ακίνητα του κτηματογραφημένου τμήματος της περιοχής του, χωρίς να είναι υποχρεωμένος κατά τα τρία (3) αυτά τρίμηνα να προβεί στην προβλεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις παρακατάθεση των εν λόγω υπέρ αυτού εισπραττόμενων δικαιωμάτων στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία.
Σε Υποθηκοφυλακεία στα οποία ο συνολικός αριθμός καταχωρίσεων κατά το προηγούμενο έτος δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες (1 500) πράξεις, το κατά τα ανωτέρω δικαίωμα παρακράτησης εκτείνεται σε δέκα (10) τρίμηνα και αφορά το σύνολο των εισπραττόμενων υπέρ του υποθηκοφύλακα δικαιωμάτων από καταχωρίσεις για ακίνητα τόσο της κτηματογραφημένης όσο και της μη κτηματογραφημένης περιοχής.

7. Η κατά τις προηγούμενες παραγράφους μεταβατική λειτουργία των Υποθηκοφυλακείων ως Κτηματολογικών Γραφείων λήγει με τη σύσταση Κτηματολογικού Γραφείου, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 5. Για τη σύσταση αυτή, τη στελέχωση και τη διάρθρωση του Κτηματολογικού Γ ραφείου ισχύουν τα ακόλουθα:
α) Αν η κτηματογραφημένη περιοχή εμπίπτει στην τοπική αρμοδιότητα ενός Υποθηκοφυλακείου (έμμισθου ή άμισθου), προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου τοποθετείται ο υποθηκοφύλακας του μόνου αυτού Υποθηκοφυλακείου.
β) Αν η κτηματογραφημένη περιοχή εμπίπτει στην τοπική αρμοδιότητα περισσοτέρων του ενός Υποθηκοφυλακείων (έμμισθων ή άμισθων), προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γ ραφείου τοποθετείται ο υποθηκοφύλακας που ορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, ύστερα από συνεκτίμηση του αριθμού των πράξεων κάθε Υποθηκοφυλακείου κατά τα πέντε (5) τελευταία έτη, του χρόνου σύστασης καθενός από τα Υποθηκοφυλακεία αυτά, της αρχαιότητας καθενός υποθηκοφύλακα και της έκτασης του τμήματος εδάφους κάθε Υποθηκοφυλακείου στην κτηματογραφημένη περιοχή.
γ) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων οι υποθηκοφύλακες (έμμισθοι ή άμισθοι), που δεν επιθυμούν να τοποθετηθούν σε θέση Προϊσταμένου Κτηματολογικού Γραφείου, μπορούν, ύστερα από αίτησή τους. που θα πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ένα δίμηνο από την κοινοποίηση σε αυτούς σχετικής πρόσκλησης του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, να παραμείνουν στο Κτηματολογικό Γραφείο ως υπάλληλοι ή να επαναδιορισθούν δικηγόροι στο πρωτοδικείο, στο οποίο ήταν δικηγόροι πριν από το διορισμό τους ως υποθηκοφυλάκων ή να διορισθούν συμβολαιογράφοι ανεξαρτήτως ηλικίας, εφόσον έχουν τα προσόντα που προβλέπουν τα άρθρα 18 και 19 του ν. 670/1977 (ΦΕΚ 232 Α’), σε κενή θέση στην έδρα του ειρηνοδικείου της περιφέρειας του εφετείου όπου υπηρετούσαν. Επίσης, μπορούν να μεταταγούν σε δικαστικές υπηρεσίες ή άλλες υπηρεσίες αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, του ίδιου ή άλλου νομού, σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις της ίδιας κατηγορίας, βαθμού ή μισθολογικού κλιμακίου.
Ο χρόνος υπηρεσίας των μετατασσόμενων υποθηκοφυλάκων από τη δημοσίευση της απόφασης για τη μετάταξη έως την ανάληψη υπηρεσίας στη νέα τους θέση θεωρείται πραγματική δημόσια υπηρεσία στην υπηρεσία στην οποία μετατάσσονται. Οι κάθε φύσεως αποδοχές τους βαρύνουν από τη μετάταξή τους την υπηρεσία στην οποία μετατάσσονται.
δ) Η ρύθμιση του προηγούμενου γ’ εδαφίου ισχύει και για τους υποθηκοφύλακες (έμμισθους ή άμισθους) που εμπίπτουν στη ρύθμιση του εδαφίου β’ αυτής της παραγράφου και δεν τοποθετούνται, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, στη θέση του, Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου. Στην περίπτωση αυτή η δίμηνη προθεσμία για την υποβολή της προβλεπόμενης στο εδάφιο γ’ αιτήσεως αρχίζει από τη γνωστοποίηση σε αυτούς από τον Οργανισμό Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος της κοινής υπουργικής απόφασης του εδαφίου β’ αυτής της παραγράφου.
ε) Τα μέλη του μόνιμου προσωπικού, καθώς και του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που υπηρετεί στα Υποθηκοφυλακεία (έμμισθα ή άμισθα) εκτός από εκείνους που, κατά την έναρξη λειτουργίας των Κτηματολογικών Γραφείων, πληρούν τις προϋποθέσεις πρόωρης συνταξιοδότησης που ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 13 του ν. 2367/1995 (ΦΕΚ 261 Α’), η οποία εφαρμόζεται αναλόγως και στην προκειμένη περίπτωση για το προσωπικό τόσο των άμισθων όσο και των έμμισθων Υποθηκοφυλακείων, ανεξαρτήτως του είδους της εργασιακής σχέσεως, μετατάσσονται ή μεταφέρονται σε ομοιόβαθμες αντίστοιχες με τα τυπικά τους προσόντα κενές οργανικές θέσεις ή σε συνιστώμενες με την απόφαση για τη μετάταξη προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις των Κτηματολογικών Γ ραφείων. Τυχόν πλεονάζον προσωπικό μπορεί να μεταταχθεί και χωρίς αίτησή του σε υπηρεσίες των φορέων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 2469/1997 (ΦΕΚ 38 Α’), σε κλάδο συναφών τυπικών προσόντων της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας, σε κενές θέσεις ή και σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις σε υφιστάμενο συναφή ή και σε προσωρινό κλάδο. Οι θέσεις αυτές συνιστώνται με την απόφαση της μετάταξης και καταργούνται αυτοδίκαια με την με οποιονδήποτε τρόπο αποχώρηση του μετατασσομένου. Οι μετατάξεις ή μεταφορές διενεργούνται χωρίς προηγούμενη γνωμοδότηση υπηρεσιακών συμβουλίων με απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης. Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων και του εποπτεύοντος την οικεία υπηρεσία, επιχείρηση, οργανισμό ή νομικό πρόσωπο Υπουργού σε κλάδο ή ειδικότητα της εκπαιδευτικής βαθμίδας που ανήκει ο μετατασσόμενος ή μεταφερόμενος. Οι μετατασσόμενοι ή μεταφερόμενοι κατατάσσονται σε βαθμό ανάλογο με τα προσόντα τους και το χρόνο προϋπηρεσίας, σύμφωνα με τα τυπικά προσόντα του κλάδου στον οποίο μετατάσσονται ή μεταφέρονται και σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας. Η μισθολογική κατάταξη γίνεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 20 του ν. 2515/1997 (ΦΕΚ 154 Α’). Εφόσον, από την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μικρότερες από αυτές που έπαιρναν οι μετατασσόμενοι ή μεταφερόμενοι τον προηγούμενο μήνα της μετάταξης ή μεταφοράς τους, εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 29 του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α’). Οι μετατασσόμενοι ή μεταφερόμενοι συνεχίζουν να υπάγονται ως προς την κύρια και επικουρική ασφάλιση στους φορείς στους οποίους υπήγοντο και πριν από τη μετάταξη ή μεταφορά τους. Σε περίπτωση αλλαγής φορέα επικουρικής ασφάλισης, τα θέματα μεταφοράς ασφαλιστικών εισφορών και προσμέτρησης του χρόνου ασφάλισης, εφόσον δεν καλύπτονται από τις κείμενες διατάξεις, ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Για τη μετάταξη ή μεταφορά απαιτείται αίτηση του ενδιαφερομένου, συνοδευόμενη από πλήρη βιογραφικά του στοιχεία, που θα πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ένα δίμηνο από την ημερομηνία της τελευταίας κοινοποίησης σχετικής ειδοποίησης του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα και στον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Υπαλλήλων Άμισθων Υποθηκοφυλακείων. Ο χρόνος υπηρεσίας των μετατασσομένων από τη δημοσίευση της απόφασης για τη μετάταξη έως την ανάληψη υπηρεσίας στη νέα τους θέση θεωρείται πραγματική δημόσια υπηρεσία στην υπηρεσία στην οποία μετατάσσονται. Οι κάθε φύσεως αποδοχές τους βαρύνουν από τη μετάταξή• τους την υπηρεσία στην οποία μετατάσσονται. Οι μετατάξεις και μεταφορές προσωπικού ολοκληρώνονται έως την έναρξη λειτουργίας των Κτηματολογικών Γραφείων.

Άρθρο 24
Νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις

Πλην των θεμάτων για τα οποία προβλέπονται με τις προηγούμενες διατάξεις αυτού του νόμου ειδικές εξουσιοδοτήσεις, κάθε άλλο τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα ζήτημα, αναγόμενο στην εφαρμογή του παρόντος νόμου, ρυθμίζεται με αποφάσεις του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 25
Τροποποίηση και συμπλήρωση του ν. 2308/1995

1.Μετά το άρθρο 9 του ν. 2308/1995 προστίθεται άρθρο 9α, που έχει ως εξής:
“Άρθρο 9α
Οι κατά τα άρθρα 1, 2, 4 και 9 του παρόντος νόμου κοινοποιήσεις γίνονται επίσης στο Δημόσιο, κατά τις εκάστοτε κείμενες διατάξεις για κοινοποιήσεις προς αυτό, καθώς και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.’

2. Μετά το άρθρο 10 του ν. 2308/1995 προστίθεται άρθρο 10α, που έχει ως εξής:
“Άρθρο 10α
Στις πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες επιτροπές των άρθρων 7 και 10 αντίστοιχα οι ενδιαφερόμενοι παρίστανται είτε αυτοπροσώπως είτε μετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου. Κατά τη διαδικασία αυτή είναι επίσης δυνατή η συμμετοχή τεχνικών συμβούλων των παρισταμένων.’

3. Η παράγραφος 1 του άρθρου 7 του ν. 2308/1995 αντικαθίσταται ως εξής:
Ί. Οι ενστάσεις εξετάζονται σε πρώτο βαθμό από τριμελή επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος και αποτελείται από: α) έναν από τους ακολούθως κατονομαζόμενους νομικούς, ως πρόεδρο, με τη σειρά που αυτοί αναγράφονται στο κείμενο της παρούσας διάταξης, δηλαδή έναν ειρηνοδίκη, οριζόμενο κατά την κείμενη για τους δικαστικούς λειτουργούς νομοθεσία ή ένα δικηγόρο, υποδεικνυόμενο από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο ή τον κατά τόπο αρμόδιο φύλακα μεταγραφών και υποθηκών ή ένα συμβολαιογράφο. υποδεικνυόμενο από τον οικείο συμβολαιογραφικό σύλλογο, β) έναν αγρονόμο τοπογράφο μηχανικό, υποδεικνυόμενο από τον οικείο νομάρχη και γ) έναν από τους ακολούθως κατονομαζόμενους νομικούς με τη σειρά που αυτοί αναγράφονται στο κείμενο της παρούσας διάταξης, δηλαδή ένα δικηγόρο ή φύλακα μεταγραφών και υποθηκών ή συμβολαιογράφο, υποδεικνυόμενο από την Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων’

4. Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν. 2308/1995 αντικαθίσταται ως εξής:
“3. Ο κατά τις παραγράφους 1 και 2 ορισμός των τακτικών και αναπληρωματικών μελών της επιτροπής πρέπει να πραγματοποιείται μέσα οε δεκαπέντε (15) ημέρες από την υποβολή σχετικού αιτήματος από μέρους του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος Λν παρέλθει η προθεσμία αυτή, ο Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος έχει δικαίωμα να ορίσει αυτός το μη υποδεικνυόμενο εμπροθέσμως μέλος, το οποίο, για μεν τη θέση του προέδρου πρέπει να είναι είτε δικηγόρος είτε φύλακας μεταγραφών και υποθηκών είτε συμβολαιογράφος, για δε τη θέση των υπόλοιπων μελών πρέπει να είναι ενας αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός και ένας ακόμη από τους αμέσως προηγουμένως αναφερόμενους νομικούς, με τη σειρά που αυτοί αναγράφονται στο κείμενο της παρούσας διάταξης.’

5. Η παράγραφος 2 του άρθρου 10 του ν. 2308/1995 αντικαθίσταται ως εξής:
‘2. Η Δευτεροβάθμια Επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος και αποτελείται από: α) έναν από τους ακολούθως κατονομαζόμενους νομικούς, ως πρόεδρο, με τη σειρά που αυτοί αναγράφονται στο κείμενο της παρούσας διάταξης, δηλαδή έναν πρωτόδικη ή ειρηνοδίκη, με τριετή τουλάχιστον υπηρεσία, οριζόμενο κατά την κείμενη για τους δικαστικούς λειτουργούς νομοθεσία ή ένα δικηγόρο παρ εφέταις με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία, υποδεικνυόμενο από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο ή ένα φύλακα μεταγραφών και υποθηκών, υποδεικνυόμενο από τον οικείο σύλλογο με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία ή ένα συμβολαιογράφο με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία, υποδεικνυόμενο από τον οικείο συμβολαιογραφικό σύλλογο, β) έναν αγρονόμο τοπογράφο μηχανικό με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία, υποδεικνυόμενο από τον οικείο νομάρχη, γ) έναν από τους ακολούθως κατονομαζόμενους νομικούς, με τη σειρά που αυτοί αναγράφονται στο κείμενο της παρούσας διάταξης, δηλαδή ένα δικηγόρο παρ εφέταις, υποδεικνυόμενο από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο ή ένα φύλακα μεταγραφών και υποθηκών, υποδεικνυόμενο από τον οικείο σύλλογο με τριετή τουλάχιστον υπηρεσία ή ένα συμβολαιογράφο με τριετή τουλάχιστον υπηρεσία, υποδεικνυόμενο από τον οικείο συμβολαιογραφικό σύλλογο.’

6. Η παράγραφος 3 του άρθρου 10 του ν. 2308/1995 αντικαθίσταται ως εξής:
‘3. Για καθένα από τα κατά την παράγραφο 2 τακτικά μέλη της επιτροπής ορίζεται, κατά τον προβλεπόμενο στην παράγραφο 2 τρόπο, νόμιμος αναπληρωτής του.’

7. Η παράγραφος 4 του άρθρου 10 του ν. 2308/1995 αντικαθίσταται ως εξής:
‘4. Ο κατά τις παραγράφους 2 και 3 ορισμός των τακτικών και αναπληρωματικών μελών της επιτροπής πρέπει να πραγματοποιείται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την υποβολή σχετικού αιτήματος από μέρους του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων
Ελλάδος. Αν παρέλθει η προθεσμία αυτή, ο Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος έχει δικαίωμα να ορίσει αυτός το μη υποδεικνυόμενο εμπροθέσμως μέλος, το οποίο,.για μεν τη θέση του προέδρου πρέπει να είναι είτε δικηγόρος παρ εφέταις είτε φύλακας μεταγραφών και υποθηκών’ είτε συμβολαιογράφος με πενταετή υπηρεσία στο εν λόγω λειτούργημα, για δε τη θέση των υπόλοιπων μελών πρέπει να είναι ένας αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός με πενταετή υπηρεσία και ένας ακόμη από τους αμέσως προηγουμένως αναφερόμενους νομικούς με τριετή υπηρεσία, με τη σειρά που αυτοί αναγράφονται στο κείμενο της παρούσας διάταξης.’

8. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του ν. 2308/1995 αντικαθίσταται ως εξής:
‘Στην ίδια εταιρεία ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων δύναται με αποφάσεις του, ύστερα από πρόταση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, να μεταφέρει αρμοδιότητες και οικονομικούς πόρους του Οργανισμού αυτού.’

9. Μετά το άρθρο 8 του ν. 2308/1995 προστίθεται άρθρο 8α, το οποίο έχει ως εξής:
“Άρθρο 8α
Το αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο και έως τη σύσταση αυτού ο Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος έχει δικαίωμα να ζητεί από τον αρμόδιο φύλακα μεταγραφών και υποθηκών τη χορήγηση πιστοποιητικών ή άλλων στοιχείων και πριν από τον προβλεπόμενο στο προηγούμενο άρθρο χρόνο, όποτε το κρίνει αναγκαίο.”

10. Η παράγραφος 1 του άρθρου 13 του ν. 2308/1995 αντικαθίσταται ως εξής:
Ί. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος και πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων καθορίζονται οι αρμοδιότητες των Κτηματολογίων Γραφείων και ρυθμίζεται η οργάνωση και λειτουργία τους. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, ύστερα από πρόταση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, συνιστώνται τα προβλεπόμενο από το νόμο αυτόν Γραφεία Κτηματολογίου.’

11. Μετά το άρθρο 13 του ν. 2308/1995 προστίθεται άρθρο 13α, το οποίο έχει ως εξής:
“Άρθρο 13α
1.Όπου στο ν. 2308/1995 ορίζεται ότι υποβάλλονται δηλώσεις ή άλλου είδους έγγραφα στο Γραφείο Κτηματολογίου, οι δηλώσεις αυτές και τα λοιπά έγγραφα μπορούν να υποβληθούν στο οικείο κοινοτικό ή δημοτικό κατάστημα ή στον Οργανισμό Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος ή όπου αλλού ορίζεται με απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος.
2.Όπου στο ν. 2308/1995 ορίζεται ότι γίνονται αναρτήσεις, τοιχοκολλήσεις ή άλλου είδους ανακοινώσεις στο χώρο των Κτηματολογικών Γραφείων, αυτές μπορούν να γίνονται στο οικείο κοινοτικό ή δημοτικό κατάστημα ή στον Οργανισμό Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος ή όπου αλλού ορίζεται με απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος.
3Για την έκδοση και χορήγηση των προβλεπόμενου στο ν. 2308/1995 αντιγράφων, αποσπασμάτων, πιστοποιητικών και βεβαιώσεων, καθώς και για κάθε άλλη ενέργεια στην οποία προβαίνουν σύμφωνα με τον ίδιο νόμο τα Κτηματολογικά Γραφεία, αρμοδιότητα έχει έως τη σύσταση των Κτηματολογικών Γραφείων ο Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος.
4.Όπου στο ν. 2308/1995 προβλέπεται αρμοδιότητα του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος για την έκδοση αποφάσεων, αυτές εκδίδονται ύστερα από πρόταση της ανώνυμης εταιρείας “Κτηματολόγιο Ανώνυμη Εταιρεία”.

12. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων, ύστερα από εισήγηση της ανώνυμης εταιρίας “Κτηματολόγιο Ανώνυμη Εταιρία” προσδιορίζονται οι νομικές εργασίες που παρέχονται από. δικηγόρους, κατά την εκπόνηση των προγραμμάτων μελετών κτηματογραφήσεων για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, καθώς επίσης το πλαίσιο των αμοιβών τους και ρυθμίζεται κάθε άλλο συναφές ζήτημπ τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα.

13. Τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ 1 ημιεδάφιο 1, 6 παρ.1 εδάφιο 1 και 10 παρ 1 του ν 2308/1995 αντικαθίστανται ως εξής:
“Άρθρο 4 παρ. 1
Τα προσωρινά κτηματολογικά διαγράμματα και οι προσωρινοί κτηματολογικοί πίνακες αναρτώνται στο Γ ραφείο Κτηματολογίου και στο οικείο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα. Ανακοίνωση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος για τη γενόμενη ανάρτηση, με μνεία του δικαιώματος υποβολής ένστασης κατά της εγγραφής στα πιο πάνω προσωρινά κτηματολογικά διαγράμματα και τους προσωρινούς κτηματολογικούς πίνακες ενώπιον της κατά το άρθρο 7 Πρωτοβάθμιας Επιτροπής, καθώς επίσης της ημερομηνίας έναρξης υπολογισμού των προθεσμιών των άρθρων 5 παράγραφος 1, 6 παράγραφος 1 και 10 παράγραφος 1, δημοσιεύεται σε δυο εφημερίδες της έδρας του νομού, εφόσον υπάρχουν, σε μία ημερήσια εφημερίδα πανελλαδικής κυκλοφορίας και σε δύο εφημερίδες του νομού ή της περιφέρειας, κοινοποιείται στο Υπουργείο Εξωτερικών, στους οικείους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, στις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, καθώς επίσης στον κατά τόπο αρμόδιό συμβολαιογραφικό σύλλογο και στο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο Εφετείων Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου. Αν η τελευταία στον τύπο δημοσίευση είναι μεταγενέστερη της κατά το προηγούμενο εδάφιο ημερομηνίας που αναγράφεται στην ανακοίνωση, ο υπολογισμός των προθεσμιών των άρθρων 5 παράγραφος 1, 6 παράγραφος 1 και 10 παράγραφος 1 γίνεται από την τελευταία αυτή δημοσίευση. Τα διαγράμματα και οι πίνακες παραμένουν αναρτημένα επί δύο (2) μήνες από την κατά τα προηγούμενα εδάφια ημερομηνία έναρξης υπολογισμού προθεσμίας.
Άρθρο 5 παρ 1, ημιεδάφιο 1
1. Ένα (1) μήνα από την κατά το προηγούμενο άρθρο ημερομηνία έναρξης υπολογισμού προθεσμίας έως τις κατά το άρθρο 12 πρώτες εγγραφές, απαγορεύεται, με ποινή ακυρότητας, η σύνταξη συμβολαίων.
Άρθρο 6 παρ. 1, εδάφιο 1
1. Όποιος έχει έννομο συμφέρον μπορεί, μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1 ημερομηνία έναρξης υπολογισμού της, να υποβάλει ένσταση.
Άρθρο 10 παρ. 1
1.Κατά των αποφάσεων της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής• επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής από όποιον έχει έννομο συμφέρον. Η προθεσμία για την άσκηση αυτής της προσφυγής είναι εξήντα (60) ημερών από την κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1 ημερομηνία έναρξης υπολογισμού της.”
14.Μετά το άρθρο 8α του ν. 2308/1995, προστίθεται άρθρο 80, το οποίο έχει ως εξής:
“Άρθρο 8β
Ο Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, για τη διασφάλιση της ορθότητας των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών, μπορεί να ζητεί την παροχή πληροφοριών και εν γένει υπηρεσιών από τους αρμόδιους φύλακες μεταγραφών και υποθηκών.
Με απόφαση ταυ Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, ύστερα από πρόταση της Ανώνυμης Εταιρείας Κτηματολόγιο Α.Ε., ρυθμίζονται όλα τα θέματα για την παροχή υπηρεσιών από τους υποθηκοφύλακες.”

Άρθρο 26

Δαπάνες ή ελάττωση εσόδων που εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρου 1 της παραγράφου 1 του ν. 2469/ 1997 αντιμετωπίζονται με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του παρόντος ανταποδοτικά τέλη και δικαιώματα.

Άρθρο 27
Δασικοί χάρτες

1. Οι δασικοί χάρτες καταρτίζονται κατά νομό από τις προβλεπόμενες στη διάταξη της παραγράφου 10 του άρθρου 28 του παρόντος νόμου υπηρεσίες των νομαρχιακού επιπέδου’ Διευθύνσεων Δασών.
Τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων, όπως αυτές προσδιορίζονται στις διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 τού άρθρου 3 του ν. 998/1,979 “περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας” (ΦΕΚ 289 Α’), εξαιρουμένων των τεχνητών δασικών φυτειών, λαμβάνονται προεχόντως από την παλαιότερη και την πλησιέστερη προς το χρόνο κατάρτισης του δασικού χάρτη αεροφωτογράιφησης της περιοχής και από τπ βιβλία που προβλέπονται από τις διατάξεις του π.δ. της 6.9.1931 περί δασικής διοικήσεως’, επαληθευόμενα επί του εδάφους. Εάν η σειρά της παλαιότερης αεροφωτογράφισης δεν καλύπτει την εξεταζόμενη περιοχή ή η χρησιμοποίησή της λόγω κλίμακας ή ποιότητας καθίσταται απρόσφορη, χρησιμοποιείται η αεροφωτογράφιση έτους λήψης 1960.

2. Τα κατά τα ανωτέρω δάση και οι δασικές εν γένει εκτάσεις απεικονίζονται σε κατάλληλης κλίμακας αεροφωτογραφικό ή χαρτογραφικό υλικό, το οποίο, αφού συμπληρωθεί με τα φωτοερμηνευτικά στοιχεία των αεροφωτογραφιών και τπ λοιπά στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αποτελεί τον προσωρινό δασικό χάρτη. Ο χάρτης αυτός, μετά από την κατά τα ανωτέρω κατάρτισή του, αναρτάται από υπάλληλο της υπηρεσίας του άρθρου 28 παράγραφος 10 του παρόντος σε εμφανή θέση των γραφείων της, στα οικεία δημοτικά ή κοινοτικά καταστήματα και στο οικείο Δασαρχείο, συντασσομένου πρωτοκόλλου που υπογράφεται από τον αναρτήσαντα και έναν μάρτυρα. Συγχρόνως, με δημόσια πρόσκληση που τοιχοκολλάται κατά τα ανωτέρω και ανακοινώνεται με οποιοδήποτε μέσο ενημέρωσης, κάθε ενδιαφερόμενος καλείται να λάβει γνώση του αναρτηθέντος ως ανωτέρω προσωρινού δασικού χάρτη και να υποβάλει κατ’ αυτού τις αντιρρήσεις του, είτε αυτοπροσώπως είτε με εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του. εντός αποκλειστικής προθεσμίας σαράντα πέντε (45) ημερών από την ανάρτηση της πρόσκλησης και του χάρτη στο οικείο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα.

3. Οι αντιρρήσεις κατά του περιεχομένου του αναρτηθέντος ως ανωτέρω προσωρινού δασικού χάρτη εμφανίζονται επί ποινή απαραδέκτου ως προς το σχήμα και τα όριά τους πάνω στο αεροφωτογραφικό υλικό που χορηγείται από υπάλληλο της υπηρεσίας της παραγράφου 10 του άρθρου 28 του παρόντος, αφορούν αποκλειστικά και μόνο αμφισβήτηση του δασικού χαρακτήρα των εμφανιζόμενων στο χάρτη δασικών εκτάσεων, κατατίθενται στις ίδιες ως άνω υπηρεσίες και συνοδεύονται από ειδικό τέλος, που κλιμακούται ανάλογα με το εμβαδόν της έκτασης. Κατά τη διαδικασία των αντιρρήσεων δεν επιτρέπεται να τεθούν ή να προβληθούν θέματα ιδιοκτησίας, ούτε να θιγούν δικαιώματα του Δημοσίου ή ιδιωτών. Οι αντιρρήσεις εξετάζονται εντός προθεσμίας δυο (2) μηνών από τριμελή επιτροπή, που συγκροτείται με απόφαση του Γ ενικού Γ ραμματέα της οικείας περιφέρειας και αποτελείται από ένα δασολόγο ως πρόεδρο, ένα γεωπόνο και έναν τοπογράφο μηχανικό. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ο γραμματέας της επιτροπής. Ανάλογα με την αποδοχή ή την απόρριψη της αντίρρησης διορθώνεται ή μη και ο δασικός χάρτης.

4. Μετά από την κατά τα ανωτέρω εξέταση όλων των αντιρρήσεων και τις ανάλογες διορθώσεις, ο προσωρινός δασικός χάρτης, αφού κυρωθεί από το Γ ενικό Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, κηρύσσεται οριστικός και έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή. Επί των οριστικών δασικών χαρτών σημειώνονται οι περίμετροι όλων των δασικών εν γένει εκτάσεων, στις οποίες εφαρμόζονται και ισχύουν οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.

5. Με αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται:
α) Οι τεχνικές προδιαγραφές, με τις οποίες προσδιορίζονται η παραγωγή και ο τρόπος εφοδιασμού των κεντρικών και περιφερειακών δασικών υπηρεσιών με το αεροφωτογραφικό και χαρτογραφικό υλικό, καθώς και ο καθορισμός των κλιμάκων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, ο τρόπος φωτοερμηνείας και χρησιμοποίησης των φωτοερμηνευτικών στοιχείων, ο τρόπος καθορισμού των περιμέτρων των δασικών εκτάσεων, τα παραδεκτά όρια για τον υπολογισμό των συντεταγμένων των κορυφών τους και τον υπολογισμό των εμβαδών τους, ο τρόπος κωδικοποίησης του αεροφωτογραφικού και χαρτογραφικού υλικού και των δασικών χαρτών, τα ελάχιστα όρια εμβαδών που κτηματογραφούνται και εμφανίζονται στους οικείους χάρτες, η διαδικασία της αναγκαίας για τον καθορισμό των περιμέτρων ευθυγράμμισης των ορίων των δασικών εκτάσεων και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την κατάρτιση και τήρηση των δασικών χαρτών.
β) Ο τρόπος εφοδιασμού των ενδιαφερομένων με αεροφωτογραφικό υλικό για την υποβολή των αντιρρήσεων.
γ) Ο τύπος και το περιεχόμενο των εκδιδόμενων πράξεων και βεβαιώσεων περί του δασικού ή μη χαρακτήρα των εκτάσεων.

6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα αναγκαία τέλη και δικαιώματα για την έκδοση των αναφερόμενων στις περιπτώσεις β’ και γ’ της προηγούμενης παραγράφου εγγράφων, καθώς και το ειδικό τέλος της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, δυναμένων να αναπροσαρμόζονται.

7. Σε περίπτωση αδυναμίας εκτέλεσης των εργασιών κατάρτισης των δασικών χαρτών από τις υπηρεσίες του άρθρου 28 του παρόντος, είναι δυνατή, με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, η ανάθεση εκτέλεσης των ως άνω εργασιών σε ιδιωτικά γραφεία εκπόνησης δασικών μελετών της κατηγορίας 24 άρθρου μόνου του π.δ. 541/1978 ‘περί κατηγοριών μελετών’ (ΦΕΚ 116 Α’). Ο τρόπος ανάθεσης, εκτέλεσης και παραλαβής των ως άνω εργασιών καθορίζεται με τις τεχνικές προδιαγραφές της περίπτωσης α’ της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου. Στις περιοχές οι οποίες κηρύσσονται’ υπό κτηματογράφηση, σύμφωνα με το ν. 2308/1995 (ΦΕΚ 114 Α’), για τις οποίες δεν υφίσταται δασικός χάρτης, οι εργασίες κατάρτισής του, εάν η απόφαση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής δεν εκδοθεί μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κήρυξη της περιοχής υπό κτηματογράφηση, εκτελούνται από την ‘Κτηματολόγιο Ανώνυμη Εταιρεία’ με αναθέσεις σε ιδιωτικά γραφεία δασολόγων, σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές της περίπτωσης α’ της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου.

8. Στο τέλος της αναφερόμενης στην προηγούμενη παράγραφο κατηγορίας 24 άρθρου μόνου του π.δ. 541/ 1978 προστίθεται εδάφιο που έχει ως ακολούθως: “και εκτέλεση εργασιών κατάρτισης των δασικών χαρτών’.

9. Μετά την κατάρτιση και κύρωση των δασικών χαρτών κάθε μεταβίβαση, σύσταση, αλλοίωση και γενικά κάθε μεταβολή των εμπράγματων σχέσεων στις δασικές εν γένει εκτάσεις που περιέχονται σε αυτούς είναι άκυρη και ανίσχυρη, αν δεν συνοδεύεται από σχετικό πιστοποιητικό της αρμόδιας υπηρεσίας της παραγράφου 10 του άρθρου 28 του παρόντος, με το οποίο θα βεβαιώνεται ο χαρακτήρας της έκτασης, η ανυπαρξία δικαιωμάτων του Δημοσίου επ’ αυτής και η αυτοτέλεια ή η νόμιμη κατάτμησή της.

Άρθρο 28
Διαδικασία αναγνώρισης δασικής ιδιοκτησίας Μεταβατικές και καταργούμενες διατάξεις

1. Στις περιοχές που κηρύσσονται υπό κτηματογράφηση κατά τις διατάξεις του ν. 2308/1995, όποιος επικαλείται εγγραπτέο στα κτηματολογικά διαγράμματα και πίνακες ιδιωτικό δικαίωμα σε δάση και δασικές εκτάσεις, για τις οποίες έχει καταρτιστεί και κυρωθεί δασικός χάρτης κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, έχει υποχρέωση να υποβάλει για το δικαίωμα αυτό δήλωση στα αρμόδια όργανα του Κτηματολογίου, τηρώντας τη διαδικασία που προβλέπει ο ν. 2308/1995 Για την εγγραφή του δηλούντος ως δικαιούχου από τα αρμόδια όργανα του Κτηματολογίου απαιτείται να καθορίζεται στη σχετική δήλωση επακριβώς η θέση και τα όρια του δάσους ή της δασικής έκτασης που απεικονίζεται σε τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο συνοδεύει τη δήλωση. Με την ίδια δήλωση συνυποβάλλονται επίσης και όλα τα αναγκαία αποδεικτικά έγγραφα για το εγγραπτέο δικαίωμα.

2. Καταχώριση στα κτηματολογικά διαγράμματα και πίνακες ιδιωτικού δικαιώματος σε δάσος και δασική έκταση από τα αρμόδια όργανα του Κτηματολογίου, υστέρα από την κατά την προηγούμενη παράγραφο δήλωση, επιτρέπεται μόνο όταν πρόκειται για δικαίωμα που αναγνωρίζεται κατά τις κείμενες διατάξεις ως ιδιωτικό για την εγγραφή αυτή εκδίδεται από τα αρμόδια όργανα του Κτηματολογίου βεβαίωση, η οποία κοινοποιείται στην οικεία δασική υπηρεσία. Εάν για το ιδιωτικό δικαίωμα, για το οποίο ζητείται η κατά τα ανωτέρω κτηματολογική εγγραφή, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη στις διατάξεις του παρόντος νόμου διαδικασία για την αναγνώριση του ιδιωτικού αυτού δικαιώματος, σημειώνεται στα στοιχεία του Κτηματολογίου η εν λόγω εκκρεμότητα.

3. Οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 7 και 10 του ν. 2308/1995 επιτροπές, επιλαμβανόμενες των ενστάσεων που υποβάλλονται εμπροθέσμως κατά τη διαδικασία του άρθρου 6 και των προσφυγών του άρθρου 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ερευνούν αν συντρέχει νόμιμος λόγος αποδοχής της ένστασης ή της προσφυγής. Στην απόφαση των επιτροπών αυτών μνημονεύονται υποχρεωτικά τα αποδεικτικά στοιχεία, στα οποία βασίστηκε η κρίση τους.

4. Οποιοδήποτε αγωγή που αφορά αναγνώριση εμπράγματων δικαιωμάτων επί δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων από τα πολιτικά δικαστήρια και στρέφεται κατά του Δημοσίου, καθώς επίσης και οι αγωγές του Δημοσίου κατά αντιδίκων του για την απόδοση όμοιων εκτάσεων, που ανήκουν κατά κυριότητα σε αυτό, εισάγονται προς εκδίκαση στα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δικάζουν κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Κάθε άλλη αγωγή που αφορά αναγνώριση εμπράγματων δικαιωμάτων σε δάση και δασικές εν γένει εκτάσεις και απευθύνεται σε άλλο δικαστήριο είναι απαράδεκτη.

5. Οι κατά την προηγούμενη παράγραφο υποθέσεις είναι από το νόμο προτιμητέες. Το δικαστήριο, έπειτα από αίτηση του ενδιαφερομένου, ο οποίος δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμα προσεπίκληση ή παρέμβαση, μπορεί να αναβάλει για το σκοπό ασκήσεως αυτών τη συζήτηση της υποθέσεως σε νέα ρητή δικάσιμο, μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνάς.

6. Στις περιοχές που καταρτίστηκε και κυρώθηκε ο δασικός χάρτης, αλλά δεν άρχισε η διαδικασία κατάρτισης του Εθνικού Κτηματολογίου, οι εμπράγματες αξιώσεις τρίτων επί δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων εξετάζονται, μετά από αίτησή τους από την οικεία δασική υπηρεσία, κατά τις κείμενες διατάξεις. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης η περαιτέρω διεκδίκηση των δικαιωμάτων από τον ενδιαφερόμενο γίνεται κατά την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.

7. Στις περιοχές που δεν καταρτίστηκε ακόμη ο δασικός χάρτης, οι αμφισβητήσεις για το δασικό ή μη χαρακτήρα των εκτάσεων επιλύονται με τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979.

8. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες αμφισβητούνται τα αναγραφόμενα όρια των μη δημόσιων εκτάσεων, ο καθορισμός τους στο έδαφος και στο χάρτη γίνεται από την αρμόδια επιτροπή αποτερματισμού του άρθρου 73 του ν. 998/1979, όταν οι εκτάσεις συνορεύουν με δημόσιες εκτάσεις ή από τα τακτικά δικαστήρια, όταν συνορεύουν με ιδιωτικές.

9. Για την οργάνωση, το συντονισμό, τη φωτογραμμετρική, χαρτογραφική και μηχανογραφική υποστήριξη και τον έλεγχο των εργασιών που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 27 και 28 του παρόντος, η Διεύθυνση Δασικού Κτηματολογίου, Δασολογίου, Χαρτογράφησης, Απογραφής και Ταξινόμησης Δασών και Δασικών Εκτάσεων της Γ ενικής Γραμματείας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας, που συστήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 1 του π.δ. 46/1991 ‘Συμπλήρωση και τροποποίηση διατάξεων του π.δ. 402/1988 “Οργανισμός του Υπουργείου Γεωργίας (ΦΕΚ 25 Α’) μετονομάζεται σε Διεύθυνση Δασικών Χαρτών.

10. Στις Διευθύνσεις Δασών των νομών και των περιφερειών συνίσταται ειδικό τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων αρμόδιο για πς δασικές χαρτογραφήσεις και τα ιδιοκτησιακά θέματα που ρυθμίζονται με τον παρόντα νόμο.

11. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και ΓεωργίαςΙ καθορίζονται η διάρθρωση, ο εξοπλισμός, οι αρμοδιότητες και η στελέχωση των υπηρεσιών που συνιστώνται κατά την προηγούμενη παράγραφο.

12. Μέχρι την κύρωση των δασικών χαρτών κατά τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 27 του παρόντος παραμένουν σε ισχύ οι διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 998/1979 και εξακολόυθούν να λειτουργούν τα προβλεπόμενα από αυτές συμβούλια.

13. Στις περιοχές για τις οποίες καταρτίστηκε και κυρώθηκε ο δασικός χάρτης, σι διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 998/1979 παύουν να ισχύουν και τα προβλεπόμενα από αυτές συμβούλια παύουν να λειτουργούν.
Οι διατάξεις όμως αυτές εφαρμόζονται για τις αιτήσεις αναγνώρισης εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε δάση και δασικές εκτάσεις κατά την έννοια του άρθρου 3 του ν 998/1979, οι οποίες εκκρεμούν στο Αναθεωρημένο Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών (Α.Σ.Ι.Δ.) κατά την κύρωση του δασικού χάρτη. Μετά την έκδοση των σχετικών γνωμοδοτήσεων επί υποθέσεων που εκκρεμούν στο Α.Σ.Ι Δ. παύει η λειτουργία του Συμβουλίου αυτού. Η διάταξη της περίπτωσης σ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του ν 998/1979 παραμένει σε ισχύ και μετά την κύρωση των δασικών χαρτών, μόνο όσον αφορά τη συγκρότηση του Αναθεωρητικού Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών, το οποίο διατηρείται μόνο για τη συγκρότηση του Μεικτού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου της παραγράφου 7 του άρθρου 25 του α.ν. 1539/1938.
Απορριπτικές αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας επί γνωμοδοτήσεων των Συμβουλίων Ιδιοκτησίας Δασών (Σ Ι.Δ.) δεν παραπέμπονται στο Α.Σ.Ι.Δ.. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επιδιώξουν την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 28 του παρόντος νόμου,

14. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται:
α. Οι διατάξεις του ν. 248/1976 ‘περί φύλλου καταγραφής, μητρώου ιδιοκτησίας και οριοθεσίας των δασικών εκτάσεων και προστασίας των δημοσίων δασικών εκτάσεων” (ΦΕΚ 6 Α’), πλην του άρθρου 31.
β Οι διατάξεις των άρθρων 81 παράγραφοι 1 και 2, 82 και 83 του ν. 998/1979. με τις οποίες τροποποιήθηκαν και αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 7, 11, 14 και 15 του κατπργούμενου ως άνω ν 248/1976. Εκκρεμείς δίκες στα προβλεπόμενα από τις καταργούμενες διατάξεις του ν 248/1976 δικαστήρια καταργούνται, οι ενδιαφερόμενοι όμως μπορούν να επιδιώξουν την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους σύμφωνα με τις ρυθμίσεις και διαδικασίες του παρόντος νόμου.

15. Καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 11, 12 και 13του ν. 998/1979.

16. Οι κτηματικοί χάρτες που καταρτίστηκαν βάσει .του ν. 248/1976, ανεξάρτητα αν είναι προσωρινοί ή οριστικοί, παραμένουν σε ισχύ και διορθώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Από τη διόρθωσή τους οι παραπάνω χάρτες επέχουν θέση των προβλεπόμενων από το άρθρο 27 του παρόντος δασικών χαρτών.
Οι διορθώσεις που επιβάλλονται ύστερα από αποφάσεις των δικαστηρίων ή από τις ρυθμίσεις του παρόντος επιφέρονται στους παραπάνω χάρτες από την υπηρεσία της παραγράφου 10 του άρθρου 28 του παρόντος.

17. Στις υποθέσεις που κρίθηκαν από τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 14 και 15 του ν. 248/1976 δικαστήρια, οι διάδικοι μπορούν να επιδιώξουν την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 28 του παρόντος νόμου.

18. Οι αποφάσεις που εκδόθηκαν από τις Επιτροπές Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων της παραγράφου 3 του άρθρου 10 του ν. 998/1979 κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 14 του ίδιου νόμου, παραμένουν ισχυρές ως προς το χαρακτήρα των εκτάσεων και λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη για την κατάρτιση του δασικού χάρτη. Μετά την ανάρτηση του χάρτη αυτού, οι διατάξεις του άρθρου 14 του ν 998/1979 παύουν να ισχύουν και οι Επιτροπές Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων της παραγράφου 3 του άρθρου 10 του ίδιου νόμου είναι αναρμόδιες για την εξέταση θεμάτων που ανάγονται στο χαρακτηρισμό των εκτάσεων. Αιτήσεις που έχουν υποβληθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 14του ν. 998/1979 και δεν έχουν εξετασθεί μέχρι την ανάρτηση του δασικού χάρτη, καθώς και οι κατά την πιο πάνω διαδικασία υποθέσεις που εκκρεμούν στις επιτροπές του άρθρου 10 του ίδιου νόμου, θεωρούνται ως αντιρρήσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του παρόντος νόμου και παραπέμπονται στο αρμόδιο για την εκδίκασή της όργανο.

19. Τα συνεργεία κτηματογράφησης που συγκροτήθηκαν βάσει του άρθρου 5 του ν. 248/1976 παραμένουν μέχρι να συγκροτηθούν οι υπηρεσίες της παραγράφου 10 του άρθρου 28 του παρόντος και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην κατάρτιση των δασικών χαρτών. Μετά τη συγκρότηση των ως άνω υπηρεσιών το προσωπικό των συνεργείων κτηματογράφησης εντάσσεται οργανικά σε αυτές.

20. Οι ανταλλαγές, δυνάμει συμβολαίων, ισάξιων ακινήτων δασικών ή μη εκτάσεων μεταξύ του Δημοσίου και τρίτων θεωρούνται ισχυρές και νόμιμες, ανεξάρτητα αν τηρήθηκε ή μη η διαδικασία του άρθρου 68 του ν. 4173/1929, όπως κωδικοποιήθηκαν στο άρθρο 50 παράγραφοι 1 και 2 του ν.δ. 86/1969 και της παραγράφου
5του άρθρου 11 του ν.δ. 2967/1954 ‘Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και καταργήσεως διατάξεων τινών της κείμενης νομοθεσίας περί διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου Περιουσίας’ (ΦΕΚ 199 Α’).

Άρθρο 29

1. Καθορίζεται ως χώρος μετεγκατάστασης του κατολισθαίνοντος οικισμού Λαμπερού η έκταση συνολικού εμβαδού 165.796,15 τ.μ. που βρίσκεται στην κοινότητα Αγίου Αθανασίου του νομού Καρδίτσας, όπως φαίνεται στον υπ αριθ. 289/8/25.4.81 Κτηματολογικό Πίνακα του Υπουργείου Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, που συνοδεύει την υπ αριθ. Κ62/97/1986 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ‘Αναγκαστική απαλλοτρίωση έκτασης για τη στεγαστική αποκατάσταση κατοίκων του Οικισμού Λαμπερό Ν. Καρδίτσας που επλήγησαν από κατολισθήσεις” (ΦΕΚ 168 Δ’).

2. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων μετά από γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (Κ.Σ.Χ.Ο.Π.), εγκρίνεται το ρυμοτομικό σχέδιο του παραπάνω οικισμού και καθορίζονται οι όροι και περιορισμοί δόμησης αυτού.

Άρθρο 30

1. Για την ανέγερση του κτιρίου του Μουσείου Ακρόπολης στο χώρο που έχει καθορισθεί με το από 6.8.1996 π.δ. (ΦΕΚ 1006 Δ’), σύμφωνα με τους όρους δόμησης οι οποίοι έχουν καθορισθεί με το από 17.9.1996 π.δ. (ΦΕΚ 1139 Δ’) και κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις:
α. Για λόγους που αφορούν τις λειτουργικές ανάγκες του Μουσείου, δεν απαιτείται η υποδιαίρεση του εκθεσιακού χώρου του Μουσείου σε επί μέρους πυροδιαμερίσματα. Οι μελέτες πυροπροστασίας (ενεργητικής και παθητικής) του κτιρίου του Μουσείου εγκρίνονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, Πολιτισμού και Δημόσιας Τάξης.
β. Για τους ίδιους λόγους, ο αριθμός των θέσεων στάθμευσης του Μουσείου που θα κατασκευαστούν καθορίζεται σε τριάντα (30).

2. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, ύστερα από ειδικώς αιτιολογημένη γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Χωροταξίας. Οικισμού και Περιβάλλοντος, μπορεί να εγκρίνονται και άλλες παρεκκλίσεις από τις κείμενες πολεοδομικές και κτιριοδοικκές διατάξεις για την ανέγερση του κτιρίου του Μουσείου Ακρόπολης στον παραπάνω χώρο, εφόσον αφορούν σε ειδικότερα θέματα ή σε θέματα με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό.

Άρθρο 31
Περί της Α.Ε. ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ

1. Το άρθρο 3 παράγραφος 15 εδάφιο α’ περίπτωση α’ περίοδος γ’ του ν. 2479/1997 (ΦΕΚ 67 Α ), όπως συμπληρώθηκε από το άρθρο 21 παράγραφος 5α του ν. 2521/1997 (ΦΕΚ 174 Α’), αντικαθίσταται ως εξής:
Επ’ αυτής έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 8, 9, 11 πλην του τρίτου εδαφίου του, όπως έχει αντικατασταθεί με το δωδέκατο άρθρο παράγραφος 1 του ν. 2338/1995 (ΦΕΚ 202 Α ), 12, 14, 15, 16, 17 και 19 του άρθρου 5 του ν. 2229/1994 (ΦΕΚ 138 Α’), καθώς και οι διατάξεις των παραγράφων 2, 4, 5 και 6 του άρθρου εβδόμου, παράγραφος 1 του άρθρου ογδόου και παράγραφος 3 του άρθρου δεκάτου του ν. 1955/1991 (ΦΕΚ 112 Α’). Όπου στις διατάξεις αυτές αναφέρεται ότι η εποπτεία ή η έγκριση αποφάσεων του Δ.Σ. της εταιρίας ασκείται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και τον κατά περίπτωση αρμόδιο υπουργό, την εποπτεία ή έγκριση ειδικώς επί της εταιρίας ΌΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε,’ ασκεί μόνος ο Υπουργός Δικαιοσύνης.”

2. Στους κατά την παράγραφο 15α του άρθρου 3 του ν 2479/1997 (ΦΕΚ 67 Α’) μνημονευόμενους σκοπούς της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “ΟΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α Ε.’ προστίθεται και η απόκτηση με επαχθή ή χαριστική αιτία δύο ακινήτων για στέγαση: α) του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία ‘ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ’ και β) του νεκροτομείου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών. Τα άνω ακίνητα μπορεί να είναι γήπεδα ή κτίρια, αποπερατωμένα ή μη.

3. Στο τέλος της περιόδου γ της παραγράφου 7 του άρθρου 5 του ν. 2408/1996 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
‘Σε περίπτωση χρηματοδότησης ή επιχορήγησης της
εταιρίας από τον Κρατικό Προϋπολογισμό (τακτικό και δημοσίων επενδύσεων) αυξάνεται, τηρουμένων των κειμένων διατάξεων, το εξυπηρετούν τους σκοπούς της εταιρίας κεφάλαιο αυτής κατά το ποσό αυτό και κατ αυτό καθίσταται μέτοχος της εταιρίας και το Ελληνικό Δημόσιο. Στην περίπτωση αυτή εκδίδεται ένας επιπλέον ονομαστικός αναπαλλοτρίωτος τίτλος που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο.
Εφόσον το Ελληνικό Δημόσιο καταστεί μέτοχος της εταιρίας, η γενική συνέλευση αυτής .απαρτίζεται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. και από εκπρόσωπο του Υπουργού Δικαιοσύνης που ορίζεται με απόφαση του τελευταίου.’

Άρθρο 32

1. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων καθορίζονται, μετά από πρόταση της Τεχνικής Υπηρεσίας της Βουλής των Ελλήνων, οι πολεοδομικοί και κτηριοδομικοί όροι ανέγερσης, επισκευής, διαρρύθμισης και λοιπών οικοδομικών εργασιών των κτηρίων που εξυπηρετούν τη λειτουργία της Βουλής των Ελλήνων κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις, εξαιρουμένου του κυρίως κτηρίου του Κοινοβουλίου.
Η απόφαση αυτή επέχει θέση οικοδομικής άδειας μετά τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2. Στο έργο ‘μελέτη κατασκευή πενταόροφου υπογείου χώρου στάθμευσης οχημάτων κάτω από το προαύλιο της Βουλής’ και για την ταχύτερη αποπεράτωσή του και με τον όρο ότι θα παραδοθεί αυτό τουλάχιστον τρεις (3) μήνες πριν τη συμβατική προθεσμία παράδοσής του θα καταβάλλεται στην ανάδοχο εταιρεία πρόσθετο αντάλλαγμα που θα ανέρχεται στο ποσό των 24.500.000 δρχ. για κάθε μήνα επίσπευσής του. Το συνολικό ποσό για το πρόσθετο αυτό αντάλλαγμα δεν μπορεί να υπερβεί το πέντε τοις εκατό (5%) της προυπολογισθείσας δαπάνης του έργου.

3. Γ ια τα έργα “μελέτη κατασκευή πενταόροφου υπογείου χώρου στάθμευσης οχημάτων κάτω από το προαύλιο της Βουλής” και “Διαμόρφωση χώρων γραφείων Βουλής στο κτήριο επί της οδού Βουλής 4′ μπορούν οι ανάδοχοι να υποβάλουν ειδικό λογαριασμό για την εφάπαξ καταβολή του τμήματος του εργολαβικού ανταλλάγματος που αναλογεί στη μελέτη κατασκευής του έργου καθοριζόμενο σε ποσοστό πέντε (5) επί τοις εκατό της συμβατικής αξίας των εργασιών.

Άρθρο 33

Επαναφέρεται σε ισχύ η παρ. 5 του άρθρου 23 του ν. 1577/1985.

Άρθρο 34
Έναρξη ισχύος

Ο παρών νόμος αρχίζει να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

Αθήνα, 27 Νοεμβρίου 1990

Κατεβάστε το πρωτότυπο κείμενο, όπως είναι δημοσιευμένο στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως 
(Φ.Ε.Κ.) του Εθνικού Τυπογραφείου:

Ν.2664/1998 - ΦΕΚ 275/Α/3-12-1998